Η πρώτη φορά που δεκάδες, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι μένουν χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς θέρμανση, χωρίς νερό, επειδή κάποιος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον χειμώνα ως όπλο εναντίον τους, είναι είδηση. Η χιλιοστή, έχει πια κουράσει τους πολλούς – και για αυτό, πρέπει να γίνει Ιστορία.
Τη νύχτα της 9ης Ιανουαρίου, μια μαζική ρωσική επίθεση με πυραύλους και drones άφησε την πλειοψηφία των κατοίκων του Κιέβου χωρίς φως, τους μισούς χωρίς θέρμανση, και πολλά κτίρια χωρίς τρεχούμενο νερό. Μέσα σε λίγες μέρες, σταδιακά, οι υπηρεσίες αποκαταστάθηκαν. Κάποιες, για δύο ώρες την ημέρα, άλλες πλήρως. Αλλά οι ρωσικές επιθέσεις συνεχίστηκαν – είναι η «Μέρα της Μαρμότας» για την οποία μίλησε χθες ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι από το Νταβός. Ο δήμαρχος της ουκρανικής πρωτεύουσας κάλεσε όσους κατοίκους διαθέτουν εξοχική κατοικία να αναζητήσουν εκεί καταφύγιο. Συνολικά, έχουν αποχωρήσει περίπου 600.000 από τους 3,6 εκατομμύρια κατοίκους του Κιέβου. Κάποιοι αδυνατούν να φύγουν. Αλλοι απλά αρνούνται. «Εφυγα από το Κίεβο μια φορά, το 2022, όταν τα ρωσικά τανκς ήταν στις παρυφές της πόλης, και γύρισα όταν οι στρατιώτες μας κέρδισαν τη μάχη. Τελείωσε, δεν ξαναφεύγω», δήλωσε χαρακτηριστικά στον ανταποκριτή της γαλλικής Le Monde η Λουντμίλα. «Δεν φοβάμαι πια», πρόσθεσε. «Και προτιμώ το κρύο από την εξορία».
Σχολεία και πανεπιστήμια έχουν κλείσει τουλάχιστον μέχρι την 1η Φεβρουαρίου. Σε μια πόλη που τρέμει από το ψύχος, ο καθένας προσπαθεί να προσαρμοστεί. Εφαρμογές στα κινητά ενημερώνουν για το πότε μια συγκεκριμένη γειτονιά θα έχει μερικές ώρες ρεύμα. Κάτοικοι μοιράζονται περιστασιακά γεννήτριες. Το κρύο αλλάζει σίγουρα τα πάντα στην καθημερινή ζωή, αλλά το ηθικό των περισσότερων δεν έχει πληγεί. Δεν μπορεί κανείς να καταφύγει για ζεστασιά στα καταστήματα, όμως αυτά παραμένουν καλά εφοδιασμένα. Κάποιες φορές δεν υπάρχει τρεχούμενο νερό, αλλά οι άνθρωποι αγοράζουν μπουκάλες με πόσιμο νερό. Συχνά, τα αυτοκίνητα δεν παίρνουν μπροστά το πρωί και το προϊόν που ξεπαγώνει το ντίζελ έχει εξαντληθεί, αλλά ο κόσμος τα καταφέρνει, βοηθάνε ο ένας τον άλλον ή περπατούν. Και τα βράδια, κοιμούνται ντυμένοι σαν σε ορεινό καταφύγιο. «Ολοι κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι, σφιχτά ο ένας δίπλα στον άλλον, μαζί με τα παιδιά, όπως όταν ήταν μικρά», αφηγείται γελώντας η Ολεξάντρα.
Στις 9 Ιανουαρίου, η Μαρίνα Κούμεντα παρέλαβε το χαρτί της επιστράτευσής της. Ηταν ήδη έτοιμη. Εχει εκπαιδευτεί στον χειρισμό drones, και είχε ήδη παρακολουθήσει μια 50ήμερη εκπαίδευση, αλλά δεν θέλει να μιλά πολύ γι’ αυτό, απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε μορφή ηρωοποίησης, γιατί, όπως λέει η Ολένα, ένας από τους χαρακτήρες του νέου της βιβλίου, «η ηρωοποίηση μας περιορίζει. Σαν να μην έχουμε πλέον το δικαίωμα να είμαστε άνθρωποι, εκτός από το να πολεμάμε».
Οταν ξεκίνησε η ολομέτωπη εισβολή της Ρωσίας στην πατρίδα της, η Μαρίνα Κουμέντα ζούσε και εργαζόταν ήδη από χρόνια στη Γαλλία, τη χώρα όπου είχε κάνει τις σπουδές της. Ενιωσε όμως πως έπρεπε να επιστρέψει στην Ουκρανία. Δούλευε εκεί ως fixer για γάλλους δημοσιογράφους αλλά και ως δημοσιογράφος για τον γαλλικό Τύπο, διασχίζοντας τη χώρα από τα δυτικά ως τα ανατολικά και αφηγούμενη τον πόλεμο με τον δικό της τρόπο. Το πρώτο της βιβλίο, «Ημερολόγιο μιας Ουκρανής», κυκλοφόρησε το 2023. Το δεύτερο κυκλοφόρησε στη Γαλλία πριν από λίγους μήνες, έχει τίτλο «Η αγάπη εν καιρώ πολέμου».
Το θέμα σαν να επιβλήθηκε μόνο του. Η Μαρίνα είχε αρχίσει να το εξερευνά σκεπτόμενη αρχικά ένα ντοκιμαντέρ. Εκείνο που την ιντρίγκαρε περισσότερο δεν ήταν η ρομαντική διάσταση του θέματος, όσο η ιδιαίτερη ένταση που προσδίδει ο πόλεμος στα συναισθήματα, στη ζωή και στην επιθυμία, με αυτήν την απόλυτη ανάγκη να αγαπήσεις σήμερα, αφού το αύριο μπορεί να μην υπάρχει.
Δεν χρειαζόταν να κυνηγήσει τις ιστορίες, την κυνηγούσαν εκείνες. Είναι η ιστορία της 43χρονης Μαρίας, η οποία αποφάσισε να συνεχίσει τη διαδικασία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής που είχε ξεκινήσει με τον σύζυγό της μετά τον θάνατό του στο μέτωπο, όταν έμεινε έγκυος όμως ένιωσε «μια μεγάλη οργή» απέναντί του και τώρα πηγαίνει στο νεκροταφείο με τη μικρή τους και του βάζει τις φωνές: «Γιατί μας άφησες;». Είναι η ιστορία της Ανια, που ξαναείδε τον αρραβωνιαστικό της ύστερα από ενάμιση χρόνο μαχών και της φάνηκε σαν άνθρωπος που ερχόταν από άλλον κόσμο: «Μου είπε ότι δεν ήθελε σχέση. Ηθελε να ανασάνει, να χαρεί που είναι ζωντανός… Τον καταλαβαίνω». Είναι η ιστορία της Βικτόρια, που ερωτεύτηκε τον Σάσα, στρατιώτη σε μονάδα εφόδου τοποθετημένη στην πρώτη γραμμή, νόμιζε όμως ότι τον έχασε, της είπαν ότι αγνοείται, μέχρι που την πήρε τηλέφωνο από τα χαρακώματα και της είπε «Ερχομαι, κάνω ένα μπάνιο και παντρευόμαστε»: το έκαναν μέσα σε δύο ώρες. Είναι η γενική πεποίθηση πως, όταν ο εχθρός σου κλέβει τα καλύτερά σου χρόνια, τη ζωή σου, τα σχέδιά σου, τότε η αγάπη είναι μια πράξη αντίστασης, μια κοροϊδευτική χειρονομία στον εισβολέα.
Ο,τι μπορεί κάνει ο καθένας για να αντισταθεί στους καιρούς. Εμείς αρνούμαστε να τους ξεχάσουμε, εκείνοι αγαπάνε.







