Η σταδιακή έκπληξη παρατηρητών, αναλυτών και ομοιοπαθούντων μπροστά στα αποκαλυπτήρια έχει το δικό της ενδιαφέρον. Στην αρχή το «φαινόμενο Καρυστιανού» τυλίχτηκε με ένα πέπλο ασυλίας, το οποίο όποιος επιχειρούσε να σηκώσει αντιμετώπιζε την οργή του λαού: όποιος δεν ήταν μαζί της, ήταν τουλάχιστον ύποπτος. Κι ύστερα ακολούθησαν οι προβολές και οι προσδοκίες των πολλών για την κάθαρση που θα ερχόταν, την επιχείρηση «καθαρά χέρια» από κάτω, με διαδικτυακές υπογραφές, ψηφίσματα και πολυεθνική κερκίδα στο Ευρωκοινοβούλιο. Περίμεναν όλοι τον επικείμενο άθλο στην κόπρο του Αυγείου.
Η επιχείρηση απέκτησε σταδιακά τα ηθικολογικά χαρακτηριστικά ενός απολιτίκ φαινομένου που υποσχόταν να εξαφανίσει τη διαφθορά και το «έγκλημα» κραδαίνοντας την πύρινη ρομφαία της ανταπόδοσης. Εκπληξη: από τότε υπήρξαν λίγοι παρατηρητές που εντόπισαν το παλαιοημερολογίτικο λιβάνισμα και τις μεταφυσικές αναφορές σε μια δικαιοσύνη πέραν του κόσμου τούτου. Ατάκες και σλόγκαν που ικανοποιούσαν με το γλυκερό νανούρισμά τους την κρυφή μνησικακία του όχλου και τις απόκρυφες σκήτες των μοναστηριών. Κανένας θεσμός δεν ήταν νομιμοποιημένος και όλοι ήταν εξαρχής ύποπτοι. Μια κατηγορία εναντίον πάντων που ακουγόταν σαν μακρινή ανάμνηση από τις πλατείες των αντιμνημονίων. Την ίδια εργαλειοθήκη είχαν ξεπατικώσει άλλωστε και άλλοι κοινοβουλευτικοί κήρυκες της οργής, βυθισμένοι ήδη στην τοξικότητα του δημόσιου λόγου.
Το κήρυγμα – μέσω συνεντεύξεων, εξομολογήσεων και τηλοψίας – χρησιμοποιούσε τα μέσα του 21ου αιώνα για να οξύνει τις διαιρέσεις απ’ τις οποίες τρεφόταν. Μόνο που: «το ιδιάζον της μνησίκακης κριτικής είναι ότι δεν “θέλει” σοβαρά εκείνο που διατείνεται ότι επιζητεί· δεν επικρίνει το κακό για να το αποτρέψει, αλλά το χρησιμοποιεί σαν πρόσχημα για λοιδορίες» (Μαξ Σέλερ, «Ο μνησίκακος άνθρωπος», Ινδικτος, μετάφραση Κωστή Παπαγιώργη, 2002). Με τον τρόπο αυτό απλώθηκε ένα σιγανό, ανεπαίσθητο μουρμουρητό που απειλούσε τις γειτονικές δεξαμενές. Οι θυμωμένοι είχαν ανακαλύψει ένα καινούργιο ίνδαλμα, ο αντισυστημισμός φορούσε τα ρούχα του αλλιώς για να διαιωνίσει τον ρόλο του. Οι απόκληροι στα δεξιά της Δεξιάς και οι θαυμαστές της αριστερίστικης καταγγελίας συνωστίζονταν στον προθάλαμο για να επιφέρουν την κάθαρση. Η αναμονή τους – σαν τους κατηχούμενους στον νάρθηκα του ναού πριν από τη βάπτιση – εξωραϊζόταν και ονομαζόταν «μαρτύριο», ενίοτε και «ηθικό πλεονέκτημα».
Στο τρίτο κύμα των αποκαλύψεων η Μαρία Καρυστιανού ασπάζεται τις ιδέες μιας new age θρησκευτικότητας («έχω μια ειδική σχέση με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ»), που κατά βάση παραμένει αρχαϊκή. Δεν χρειάζεται να ιεραρχούν οι γυναίκες τα δικαιώματα στο σώμα τους. Ας εμπιστευτούμε τα πάντα στη «δημόσια διαβούλευση» που θα βαφτίζει και θα χαρίζει δικαιώματα ad hoc. Γιατί όχι και σε μια υπερβατικότητα που διέπει τους νόμους του σύμπαντος από τον καιρό της Παλαιάς Διαθήκης; Γιατί όχι και σε δημοψηφίσματα τώρα που ο θυμός διαφεντεύει τη μεγάλη επικράτεια των θεραπαινίδων της ηθικολογίας; Οι Illuminati διεκδικούσαν και πάλι το βάπτισμα του ανέσπερου φωτός.
Θα είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον να δούμε πόσα άλλα ζητήματα θα στείλει για δημόσια διαβούλευση το επερχόμενο κίνημα, οψέποτε ανακοινωθεί. Θα είχε ενδιαφέρον η στάση του απέναντι στον νόμο για τον γάμο των ομοφύλων, αλλά και στην ένταξη των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία. Το κήρυγμα μόλις ξεκίνησε και, όπως συμβαίνει στις πρώτες συνάξεις μιας αίρεσης, το ποίμνιο διψά για τις επόμενες προφητείες. Ηταν καιρός να συντονιστεί με τα πρωτοσέλιδα του ψεκαστικού διχασμού. Εσείς θα είστε άνθρωποι, οι «άλλοι» θα είναι (προσωπικοί) αριθμοί. Δεν απέχει πολύ η στιγμή που θα ακουστεί με άλλα λόγια ότι κάποιοι δεν είναι και τόσο Ελληνες όσο οι άλλοι.







