Η παρακμή, ως λογοτεχνικό είδος του 19ου αιώνα, έφερε από τη Γαλλία μορφές που απέπνεαν το ανικανοποίητο της ζωής, την αδυναμία να αντιδράσουν σε αυτό, ταυτόχρονα με τη ροπή σε ένα κυνήγι αισθήσεων, παρανοϊκών ονειροπολήσεων και ναρκωτικών ουσιών. Ο συγγραφέας Γιορίς-Καρλ Ιισμάνς Καρλ με το μυθιστόρημά του «Ανάστροφα» (εκδ. Στερέωμα) θα πρωταγωνιστήσει στο είδος της παρακμιακής λογοτεχνίας. Το ανάγνωσμα του έργου του σήμερα μπορεί και να φωτίσει σημεία της περσόνας του Γιώργου Μαζωνάκη, καθώς η παρουσία του κυριεύει τα τοπικής εμβέλειας μίντια ειδικευόμενα στα φαινόμενα της ποπ κουλτούρας.

Μια άκρατη ροπή σε υλικότητες, στυλιστικές εξάρσεις που οδηγούν σε υπερβολικές χρήσεις χαρακτηριστικών κλισέ τελετουργικών ομορφιάς (όπως τα βαμμένα νύχια και τα μακιγιαρισμένα μάτια), αλλά και μια διάθεση απελευθέρωσης από κανόνες και οδηγούς ένδυσης φέρνουν τον Γιώργο Μαζωνάκη ανεβασμένο στο βάραθρο του εγχώριου στερεώματος.

Τι έχει κάνει στραβά, τι δούλεψε σωστά, τι είπε λάθος και τι τραγούδησε με πάθος προβάλλουν όλο και συχνότερα στη ροή των καθημερινών ενημερωτικών ιστοσελίδων, μαζί με μια ανθολογία εικόνων και βίντεο από τη σκηνική του παρουσία και τη νυχτερινή του εργασία.

Ο προσωπικός του βίος μαζί με τα φωνητικά του κατορθώματα και τη συνοδεία από τα ενδυματολογικά του τερτίπια προετοίμασαν την κοινωνία του θεάματος να υποδεχτεί τον θρύλο που της αναλογεί: έναν λαϊκό τραγουδιστή ο οποίος υπερβαίνει τα όρια του κοινώς αποδεκτού, για να αφεθεί στον κύκλο των ηδονών και των απολαύσεων που συνήθως συγκροτούν τους κρίκους μιας αλυσίδας ηρωικών παραπτωμάτων, που σφίγγει γύρω από ενηλίκους με σκοτεινές ενορμήσεις.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν είναι ένας επίπλαστα ταπεινόφρων δευτερεύων χαρακτήρας λογοτεχνικού αφηγήματος όπου του προσάπτουν το αμάρτημα της λαγνείας. Ο «όσο Μαζώ» δεν έχει δηλώσει στις συνεντεύξεις του – παρόλο που θα ήταν εύστοχο – ότι ο Ντεζ Εσέντ, ο ήρωας του «Ανάστροφα», έχει καθορίσει σε ένα σημείο την αισθητική του, προσδιορισμένη από καταναλωτική χλιδή. Αλλωστε αυτό αφορά την επιμέλεια κάποιου προσωπικού στυλίστα και τις συνεργασίες με φωτογράφους που εργάζονται πάνω στην «οικονομία της παρουσίας των διασημοτήτων» για να εφοδιάσουν με περιεχόμενο έντυπα και ψηφιακές σελίδες, στα οποία οι διεκπεραιωτές γραφιάδες αναπαράγουν κλισέ περί «εκλεκτού γούστου με δόσεις ανατρεπτικού χιούμορ και έκφρασης παθιασμένου ταπεραμέντου».

Ως εστέτ δανδής

Η περσόνα του Γιώργου Μαζωνάκη αναδύεται μέσα από την προσέγγιση του γάλλου φιλοσόφου Εντγκάρ Μορέν για τους «Σταρ» (εκδ. Κίχλη) ότι δεν είναι απλώς καλλιτέχνες ή δημόσια πρόσωπα. Είναι φορέας ενός μύθου, μια σύνθεση του δημόσιου και του ιδιωτικού του εαυτού, που λειτουργεί ως καθρέπτης των επιθυμιών και των αξιών των θαυμαστών του. Και τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που κλιμακώνονται οι νομικές αντιπαραθέσεις του, ο καλλιτέχνης επιλέγει να ντύνεται και να εμφανίζεται ως ο εστέτ δανδής που περιφρονεί όσους τον επιβουλεύονται, ενώ ταυτόχρονα ικανοποιεί εκείνους που του συμπαρίστανται.

Δηλώνει μάλιστα ότι δεν αποδέχεται τους όρους με τους οποίους το σύστημα της νύχτας προωθεί ταλέντα (;) εξωθώντας τους κορυφαίους στο περιθώριο αζήτητων καλλιτεχνών. Τα ρούχα από το Παρίσι ή το Μιλάνο υποδηλώνουν τη φύση του δανδή που ετοιμάζεται να πλημμυρίσει τη νυχτερινή του ζωή με τη φαντασμαγορία των χρωμάτων, των ειδικών κατά παραγγελία κομματιών, ως εργαλείων επαγγελματικής ακρίβειας για την τέλεση συγκεκριμένων εργασιών. Η ιδέα να πνίξει εκείνο το διαρκές πανδαιμόνιο της αδυσώπητης ζωής δεν περνά από τη σκέψη του. Μια γούνα, μια φούστα, ένας στίχος και το κοινό χειροκροτεί.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.