Ετσι ο ωφέλιμος χρόνος για το κυνήγι του σταυρού έχει περιοριστεί μεταξύ 8.30 και 9.30 το βράδυ περίπου. Η εξήγηση των άμεσα ενδιαφερομένων, των πολιτικών, για την πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα προεκλογική περίοδο είναι πως έχει προηγηθεί η κάλπη της 26ης Μαΐου που «κάνει το αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου αναπότρεπτο». Οι υποτονικές αυτές εβδομάδες, ωστόσο, εγκυμονούν έναν μεγάλο κίνδυνο: την αποχή. Αφού τον Σεπτέμβριο του 2015 – σε εκλογές μετά από capital controls κι ένα ακόμη Μνημόνιο – το ποσοστό εκείνων που απείχαν άγγιξε το 43,4% και τον Μάιο του 2019 – που το εκλογικό σώμα είχε να βρεθεί στο παραβάν σχεδόν μία τετραετία, γεγονός όχι σύνηθες στη Μεταπολίτευση – το 41,31%, νομιμοποιείται κανείς να υποθέσει πως μεθαύριο θα αυξηθεί αντί να μειωθεί. Αυτό τουλάχιστον υπονοούν οι δημοσκόποι. Παρότι στα γκάλοπ το ποσοστό όσων δηλώνουν πως δεν θα πάνε να ψηφίσουν συνήθως είναι πολύ μικρό. Αν η συμμετοχή αποδειχθεί τελικά μικρή, υπό μια έννοια θα έρθουμε πιο κοντά στην ευρωπαϊκή κανονικότητα. Ως συνήθως υιοθετώντας τις αρνητικές της εκδοχές.






