Αν σας ζητούσα να ξεκινούσατε χωρίς ερώτηση τι θα μου  λέγατε;                                                                              

Ότι αναρωτιέμαι τι το ενδιαφέρον πιστεύετε ότι μπορώ να σας πω… και καθώς φαντάζομαι ότι μάλλον με το ταξίδι θέλετε να ξεκινήσουμε, θα σας έλεγα ότι μεγάλωσα ταξιδεύοντας. Καθώς ο Τσόκλης ήταν μόνιμα εγκατεστημένος στο Παρίσι, εκεί γεννήθηκα, και η παιδική μου ηλικία υπήρξε ένα συνεχές πήγαινε έλα Παρίσι-Αθήνα μέσω Ιταλίας με τον φοβερό μας μπεζ σκαραβαίο! Αυτός ο σκαραβαίος ήταν το δεύτερο σπίτι μας, χωρούσα άνετα στο πίσω κάθισμα, εκεί έπαιζα, εκεί έτρωγα, εκεί κοιμόμουνα! Έτσι αγάπησα τα ταξίδια και κυρίως τα ταξίδια με το αυτοκίνητο. Στο Παρίσι προστέθηκαν και 2 χρόνια Βερολίνο, στις διαδρομές προστέθηκε και η Γιουγκοσλαβία, όμως για μένα αυτή η οικογενειακή μετακίνηση ήταν πάντα μια γιορτή, με έμαθε να κοιτάω έξω από το παράθυρο και να ψάχνω πάντα το θαύμα…

 Δε σας έλειψε η σταθερότητα που αποζητά ένα παιδί;  

Εάν δεν γνωρίσεις κάτι, πως να σου λείψει? Ένα παιδί προσαρμόζεται. Ανακάλυψα τρόπους να συμπιέσω το χρόνο, έμαθα να κάνω γρήγορα φιλίες, έμαθα και στους αποχωρισμούς. Έμαθα να γυρίζω εύκολα σελίδα, να μην παίρνω τίποτε για δεδομένο. Έμαθα να είμαι ευτυχής στη μοναξιά μου, μη ξεχνάτε ότι είμαι και μοναχοπαίδι!

Αυτή η ζωή διαμόρφωσε και το χαρακτήρα σας; 

Προφανώς.  Διαμόρφωσε έναν άνθρωπο  ανοικτό, ευέλικτο και προσαρμοστικό, ότι απαραιτήτως πάντα κοινωνικό… ή τουλάχιστον έτσι με θυμάμαι… Πιστεύω ότι σ’αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι ήμουν από πολύ μικρή δίγλωσση, μεγάλο προσόν για έναν άνθρωπο. Ζεις ταυτόχρονα σε δυο πολιτισμούς, ανοίγει το πνεύμα, διευρύνονται οι ορίζοντες. Την εξαιρετική ιδέα των δίγλωσσων σχολείων στην Ελλάδα την είχε η Άννα Διαμαντοπούλου και έπεσαν να την φάνε. Όμως εκεί οδηγούμαστε  αναγκαστικά διότι τα παιδιά οφείλουν να ζήσουν σε έναν αγγλόφωνο κόσμο λόγω της τεχνολογίας.

Σας  στοίχισε πότε  το ότι ήσασταν ανοιχτός άνθρωπος;

Δε νομίζω. Το θεωρώ μάλλον προσόν. Γιατί να χάνεις χρόνο και ψυχική ενέργεια όντας επιφυλακτικός? Από φύση, εμπιστεύομαι τους ανθρώπους και αποφεύγω να επηρεάζομαιαπό γνώμες τρίτων. Τώρα, εάν κάποιος δεν αξίζει την εμπιστοσύνη και το χρόνο μου, θα φανεί… θα γυρίσω άλλη μια σελίδα. Έτσι είναι εξάλλου και στη ζωή μας, κάποιες σελίδες είναι για ξεφύλλισμα, κάποιες για σκίσιμο, κάποιες για μελέτη! Μάλλον αυτός ο τρόπος σκέψης συνέβαλε στο να γίνω αυτό που είμαι και να κάνω αυτό που έκανα.

 

Αναφέρεστε στην δημοσιογραφική σας ιδιότητα και στο «Ταξιδεύοντας»;

Παρότι έχω ζήσει πολλές ζωές και ασχοληθεί με διάφορους επαγγελματικούς χώρους, το ότι έχω ταυτιστεί με το ταξίδι δεν είναι νομίζω τυχαίο. Στο κόσμο της ταξιδιωτικής δημοσιογραφίας αναγνωρίζω τον εαυτό μου, εκεί είμαι ευτυχισμένη, αυτό νομίζω ότι κάνω καλά.

Η μόδα απασχόλησε 12 χρόνια της ζωής μου και κρίνοντας από τον Τύπο της εποχής, είχα και κάποιο ταλέντο. Όμως τότε, διανύαμε την χρυσή εποχή του ελληνικού νεοπλουτισμού και βρέθηκα να νιώθω μια περιφρόνηση προς τους πελάτες μου… πως να συνεχίσεις έτσι? Έμπλεξα και κάποιον καιρό με τη πολιτική.  Αυτή, ήταν μια αφελής απόφαση, κρίνοντας βέβαια εκ των υστέρων, εξαιρετικά επώδυνη, της οποίας κουβαλώ ακόμη τα τραύματα.  Τα τελευταία χρόνια, χάρη στη σχέση μου με τον Αλέξανδρο (Κουρή), ανακάλυψα έναν χώρο που δεν γνώριζα καθόλου, αυτόν της παραγωγής και της επιχειρηματικότητας με τη δημιουργία της μπύρας ΝΗΣΟΣ. Η επιχειρηματικότητα  είναι ένας άλλος κόσμος, δαιμονοποιημένος στην Ελλάδα, αφάνταστα δημιουργικός, ένα είδος τέχνης. Καθώς εγώ δεν έχω τη στόφα του επιχειρηματία, παρατηρώ τους δρόμους σκέψης του Αλέξανδρου με δέος και αστειευόμενη, όταν κάποιοι μιλούν για τη μπύρα της Τσόκλη, λέω ότι εγώ είμαι ηαπλώς η «Σία» της Αλέξανδρος Κουρής & ΣΙΑ!

Αν λοιπόν τα βάλεις κάτω, η Μάγια Τσόκλη έχει πολλά πρόσωπα. Κόρη, σχεδιάστρια μόδας, σύζυγος, ταξιδιώτης, μητέρα, βουλευτής, επιχειρηματίας… όμως εγώ ως «ταξιδιώτη» αναγνωρίζω τον εαυτό μου, εκεί τριγυρνά η ψυχή μου, έτοιμη πάντα για νέες περιπέτειες. Οι τωρινές συγκυρίες δυστυχώς, δεν ευνοούν τις επιθυμίες μου.

Σας λείπει. Θέλετε να το ξανακάνετε;

Τα ταξιδιωτικά ντοκιμαντέρ μου λείπουν χωρίς αμφιβολία,και ίσως να τα έκανα ακόμη καλύτερα τώρα που πέρασε λίγος καιρός και μπορώ να τα κρίνω με απόσταση. Όμως οι υπάρχουσες τηλεοπτικές συνθήκες δεν επιτρέπουν τέτοιου είδους τηλεοπτικές παραγωγές. Η ΕΡΤ που θα όφειλε να τις φιλοξενεί δεν επιτελεί το έργο της, τα ιδιωτικά κανάλια έχουν εντελώς άλλες βλέψεις και φιλοδοξίες.

Ξέρετε υπάρχει και αυτή η άποψη που υποστηρίζει ότι   εκείνη η  τηλεόραση – των   πολύ ακριβών παραγωγών – φταίει ως ένα βαθμό και για την κρίση της. Όπως πχ οι  υψηλές  αμοιβές σαν την δική σας.

Η συζήτηση για το υψηλό κόστος της εκπομπής μου άνοιξε μόνο κατά την περίοδο της βουλευτικής μου θητείας, και αυτό για ευνόητους λόγους. Όπως μου είπε εκ των υστέρων και ένας μεγαλοδημοσιογράφος της εποχής, που έγραφε έναν κάρο ανακρίβειες χωρίς να τις διασταυρώσει ποτέ, «έλα μωρέ, γράφαμε για σένα, αλλά τον Γιωργάκη (Γ. Παπανδρέου) θέλαμε να χτυπήσουμε»! Το «Ταξιδεύοντας» κόστιζε τότε κοντά στις 24.000 ευρώ το επεισόδιο, για δέκα ωριαία επεισόδια το χρόνο. Δέκα επεισόδια το χρόνο αφού είχαν τουλάχιστον ένα μήνα παραγωγή το καθένα.  Έβγαινε λοιπόν ο Ελεύθερος Τύπος με πρωτοσέλιδο, «250.000 το μήνα η εκπομπή της golden girl”, που θα ήταν αλήθεια εάν η εκπομπή ήταν εβδομαδιαία!!! Που δεν ήταν όμως!Σεκοντάριζαν και τα Επίκαιρα! Η αμοιβή μου λοιπόν, ήταν 3200 € το επεισόδιο. Με την υπεραξία του ονόματός μου, την έρευνα, τα κείμενα, την παρουσίαση, 32.000 το χρόνο! Δεν είχα ποτέ σχέση με την παραγωγή, άρα δεν αμειβόμουν για τίποτε περισσότερο. Και ούτε για τις εκατοντάδες επαναλήψεις, αφού δεν νομίζω ότι υπάρχει εκπομπή στην Ελληνική τηλεόραση που να έχει αποσβέσει το κόστος της τόσο πολύ από τις επαναλήψεις. Αυτά, για να μπουν τα πράγματα στη θέση τους.

Επί πλέον, θεωρώ ότι το «Ταξιδεύοντας» είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, υπήρξε πρωτοποριακό για την ελληνική τηλεόραση, θετικό για τον δημόσιο διάλογο, για την ανάπτυξη του τουρισμού και κάποιων περιοχών, για την εξέλιξη κάποιων καινοτόμων ιδεών που σήμερα είναι mainstream. Είναι εντυπωσιακό ότι μετά από τόσα χρόνια που έχει σταματήσει, ο κόσμος το θυμάται και το αναζητά. Το βέβαιο είναι ότι όλη η ομάδα, ο σκηνοθέτης Χρόνης Πεχλιβανίδης και εγώ, δουλέψαμε με μεγάλη σοβαρότητα και αίσθημα ευθύνης, έχοντας συνείδηση της επιρροής που ασκούσαμε.  Και είμαι πραγματικά περήφανη γι αυτό.

 

Το κέρδος σας ποιο είναι;

Το συναισθηματικό κέρδος είναι η αποδοχή, η αγάπη που μου δείχνει ακόμη ο κόσμος στο δρόμο. Που με σταματάνε, μου μιλάνε, μου λένε πόσο τους λείπω από το γυαλί. Το ουσιαστικό κέρδος είναι ότι έγινα άλλος άνθρωπος. Καλύτερος άνθρωπος. Χάρη στον τρόπο που ταξιδεύαμε και τις επιλογές δύσκολων προορισμών και θεμάτων, έσπασα τη γυάλα και απέκτησα μια εντελώς διαφορετική οπτική του κόσμου. Εντάθηκε η ενσυναίσθησή μου, εντάθηκε η περιέργειά μου. Και θεωρώ την περιέργεια ένα τεράστιο προσόν στον άνθρωπο! Με μελαγχολία διαπιστώνω ότι τώρα που ταξιδεύω αισθητά λιγότερο, ο κόσμος γύρω μου έχει συρρικνωθεί, ώρες ώρες νιώθω τα σύνορα της καθημερινότητάς μου να με συνθλίβουν. Ευτυχώς μου έχει μείνει ακόμη η περιέργεια, και αυτή η αίσθηση των πολλών πραγματικοτήτων που συνυπάρχουν γύρω μας. Νιώθω ακόμη παρατηρητής της καθημερινότητάς μου, όπως τότε που είχα επιστρέψει μετά από 3 εβδομάδες από το Αφγανιστάν. Ήταν ένα αξέχαστο ταξίδι ζωής, επαναπροσδιορισμών, σε μία χώρα που μόλις είχε βγει από τον πόλεμο. Φανταστείτε να περπατάς για 3 εβδομάδες ανάμεσα σε κουφάρια κτιρίων, αεροπλάνων, αυτοκινήτων και τανκς. Να βλέπεις όπλα παντού, ανθρώπους ακρωτηριασμένους, οριακούς με το θάνατο. Ήταν αποκαλυπτικό! Ο κόσμος μου γύρισε ανάποδα. Επέστρεψαστην Ελλάδα  μουδιασμένη και δυο μέρες μετά, καλοκαίρι ήταν, πήγα στην Ύδρα. Με κάλεσαν σε ένα σκάφος και βρέθηκα να συνυπάρχω με κάτι κοπέλες που διάβαζαν κουτσομπολίστικα περιοδικά και «βασανιζόντουσαν» για το αντηλιακό τους.  Εκεί συνειδητοποίησα ότι οι αλήθειες είναι πολλές, οι κόσμοι παράλληλοι και ότι το στρατόπεδό μου δεν ήταν αυτό των καλλυντικών και των κοσμικών εντύπων! Νιώθω άνετα παντού, αλλά προτιμώ τη σκόνη και τον ιδρώτα από τα απολυμασμένα, γυαλιστερά περιβάλλοντα.

 

Αισθάνεστε ότι ευνοηθήκατε  από τη ζωή;

Θα ήμουν άδικη εάν έλεγα το αντίθετο. Γεννήθηκα σε μια οικογένεια σκεπτόμενων ανθρώπων που με αγάπησαν πολύ και έκαναν για μένα το καλύτερο που πίστευαν.  Έζησα σε πολλές χώρες.  Μορφώθηκα. Είχα (σχεδόν) πάντα την πολυτέλεια της επιλογής. Ως παιδί είχα την ευκαιρία να γνωρίσω προσωπικότητες και καταστάσεις σπάνιες. Έλεγα στο γιο μου προχθές – γιατί έβλεπα μία φωτογραφία του Μίκη Θεοδωράκη σε ένα βιβλίο του- ότι στο Βερολίνο που ζούσαμεεπί Χούντας τον έβλεπα συχνά να παίζει πιάνο και να τραγουδά σε σπίτια φίλων. Από την άλλη βέβαια μεγάλωσα δίπλα σε έναν δύσκολο άνθρωπο που έχει απαιτήσεις από μένα. Ο Τσόκλης δεν χαρίζει κάστανα, ο πήχης ήταν πάντα πολύ ψηλά και το να μεγαλώνεις στη σκιά επώνυμων γονιών έχει το κόστος του. Όλοι σε περιμένουν στη γωνία!Μεγάλωσα λοιπόν προσπαθώντας να αποδείξω την όποια αξία μου. Ενηλικιώθηκα αργά. Ναι, αισθάνομαι ότι οφείλω στη ζωή, γι αυτό δεν της κρατάω κακία…

Αναφέρεστε στην αρρώστια σας; 

Ναι, στην περιπέτεια του καρκίνου. Ήταν, μέχρι στιγμής, η πιο δύσκολα διαχειρίσιμη στιγμή της ζωής μου. Βέβαια, ακριβώς επειδή αισθανόμουν ευνοημένη από τη ζωή, είπα αμέσως «σου χαρίστηκαν τόσα, γιατί όχι κι εγώ, γιατί όχι κι αυτό?». Η μάχη για την επιβίωση είναι μονόδρομος, μην ακούτε αυτά που λένε περί θάρρους. Αναρωτιέσαι αν θα επιστρέψεις ποτέ στην ομάδα των ζωντανών και ενστικτωδώς, παλεύεις. Προσωπικά, είχα στις αποσκευές μου και τη σοφία που μου πρόσφεραν τα ταξίδια μου.

Με ποιο  τρόπο;

 

Η Αφρική στη πράξη, η Ανατολή πιο θεωρητικά,  μου δίδαξαν την αξία της επίγνωσης της στιγμής, του τώρα. Έτσι κι αλλιώς κανένας δεν σε διαβεβαιώνει για το αύριο. Αν το σκεφτείτε, στη Δύση ζούμε συνεχώς με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, αυτό το τόσο αβέβαιο μέλλον, χάνοντας τη γεύση, τους χυμούς της στιγμής. Ίσως αυτές οι διαπιστώσεις να ήταν το δώρο της ασθένειας… όπως και η συνειδητότητα της βαθιάς αγάπης για κάποιους ανθρώπους στη ζωή μου.

Ποιοι είναι;

Ο Τσόκλης απ’τον οποίο προσπάθησα, μάταια, να δραπετεύσω. Μοιάζουμε όμως. Είναι το αίμα μου, το κέντρο και ο καθρέφτης μου. Η Ελένη, η μάνα που με μεγάλωσε, το Ελενάκι που νοσταλγώ. Ο Χρόνης Πεχλιβανίδης. Του χρωστώ τη ζωή του «Ταξιδεύοντας», κάποια χρόνια μεγάλης ευτυχίας και την αποδοχή του κόσμου. Ο Αλέξανδρος Κουρής.Στάθηκε δίπλα μου στις πιο δύσκολες στιγμές χωρίς ακόμη να με ξέρει και μετά  μου χάρισε μια απρόσμενη νέα σελίδα στη ζωή μου. Last but not least, o μικρός Νικόλας που εύχομαι να γράψει αριστουργηματικά τη δική του