Μόλις λίγες ώρες αφότου πήρε εξιτήριο από το «Αττικόν», όπου μεταφέρθηκε μετά την άφιξή της στην Αθήνα και οι γιατροί έκριναν πως έπρεπε να παραμείνει για νοσηλεία κάποιες ημέρες, η Χριστίνη μάς ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της στη Νέα Σμύρνη με αργές κινήσεις. Τα πόδια της είναι ακόμη αδύναμα και κάθε της βήμα δείχνει προσεκτικό, σχεδόν μετρημένο. Στο σαλόνι υπάρχουν ανοιχτές τσάντες, χαρτιά από το νοσοκομείο, φορτιστές και μερικά ρούχα που δεν έχει προλάβει ακόμη να τακτοποιήσει.
Παρότι ακόμη προσπαθεί να αφήσει πίσω της τις εικόνες από την κράτηση, μιλάει για όσα έζησε σαν να ήταν ένα σκοτεινό όνειρο που τελείωσε απότομα. Δεν δείχνει διατεθειμένη να λυγίσει. Αντίθετα, μοιάζει πιο αποφασισμένη από ποτέ να μιλήσει δημόσια για όσα βίωσε. «Αυτό που έγινε με πεισμώνει ακόμη περισσότερο», λέει. «Για να μάθει ο κόσμος τι σημαίνει Ισραήλ και τι συμβαίνει πραγματικά εκεί. Γιατί αν αυτά μπορούν να τα κάνουν σε εμάς, που ήμασταν μέλη μιας διεθνούς αποστολής, τότε τι μπορεί να περνούν καθημερινά οι Παλαιστίνιοι;».
Με αυτή τη σκέψη προσπαθεί τώρα σιγά σιγά να επιστρέψει στην καθημερινότητά της και να οργανώσει τα επόμενα βήματά της. Στο μεταξύ, από την κουζίνα έρχεται η μυρωδιά από κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο. Η μητέρα της κινείται ήσυχα στο σπίτι, στρώνει το τραπέζι, γεμίζει ποτήρια με νερό και κάθε τόσο κοιτάζει την κόρη της με εκείνο το βλέμμα της ανακούφισης που έρχεται μόνο όταν ένας άνθρωπος επιστρέφει ζωντανός και καλά. «Φάε λίγο, έχεις μέρες να φας κανονικά», της λέει χαμηλόφωνα. Η Χριστίνη γελά κουρασμένα. «Νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο κανονικό φαγητό μετά από πολύ καιρό…».
Το κινητό της δονείται συνεχώς. Μηνύματα από φίλους, συναγωνιστές, ανθρώπους που έμαθαν τι συνέβη και θέλουν να ρωτήσουν αν είναι καλά. Εκείνη προσπαθεί να απαντήσει σε όλους, αλλά γρήγορα το αφήνει στην άκρη. «Δεν έχω συνειδητοποιήσει ακόμη ότι γύρισα», λέει.
Η κουβέντα επιστρέφει σχεδόν αμέσως στη Γάζα. Στην αποστολή του Global Sumud Flotilla. Στο ταξίδι που ξεκίνησε ως μια πράξη αλληλεγγύης και κατέληξε – όπως περιγράφει – σε μια εμπειρία εξευτελισμού, βίας και απόλυτης αβεβαιότητας.
«Για μένα αυτή η ιστορία δεν ξεκίνησε τώρα. Το Παλαιστινιακό ήταν κάτι που με απασχολούσε από τα φοιτητικά μου χρόνια. Παρακολουθούσα από πολύ μικρή τις αποστολές αλληλεγγύης, τις εικόνες από τη Γάζα, τις επιθέσεις, τον αποκλεισμό. Με είχε αγγίξει πολύ το πώς ένας λαός συνεχίζει να αντιστέκεται μέσα σε τόσο ακραίες συνθήκες». Μετά το 2023, αισθανόταν όλο και πιο έντονα ότι δεν μπορεί να μένει απλώς θεατής. «Αρχισα να σκέφτομαι πολύ ενεργά πώς μπορώ να βοηθήσω κι εγώ. Πώς μπορώ να κάνω κάτι πιο ουσιαστικό από το να βλέπω ειδήσεις ή να ανεβάζω πράγματα στα social media».
Η απόφαση για τη συμμετοχή της στον Στολίσκο δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Επρεπε να πάρει άδεια από τη δουλειά της, να οργανώσει τα πάντα μήνες πριν. «Αλλά όταν άνοιξε ξανά η δυνατότητα συμμετοχής, είπα ότι αυτή τη φορά πρέπει να πάω».
Σηκώνει για λίγο το πιρούνι της, αλλά γρήγορα το αφήνει ξανά κάτω. Μιλάει ήρεμα, χωρίς υπερβολές, όμως σχεδόν κάθε πρόταση μοιάζει να κουβαλά εικόνες που ακόμη προσπαθεί να επεξεργαστεί. Οταν τη ρωτώ γιατί αποφάσισε να συμμετάσχει σε αυτή την αποστολή, η απάντηση έρχεται χωρίς δεύτερη σκέψη: «Θέλαμε να εκφράσουμε έμπρακτα την αλληλεγγύη μας στους Παλαιστινίους, σε έναν λαό που έρχεται αντιμέτωπος με μια γενοκτονία. Να σπάσουμε τον ναυτικό αποκλεισμό και να μεταφέρουμε ανθρωπιστική βοήθεια. Αλλά κυρίως να μην μπορεί κανείς να πει ότι δεν ξέρει τι συμβαίνει εκεί».
Η επέμβαση
Οταν ξεκίνησαν το ταξίδι, όλοι γνώριζαν ότι υπήρχε πιθανότητα επέμβασης. Οι προηγούμενες αποστολές το είχαν δείξει ξεκάθαρα. «Ξέραμε ότι μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με βία. Αλλά όχι αυτό. Σε καμία περίπτωση αυτό».
Θυμάται ακόμη τη στιγμή που πλησίασαν τα φουσκωτά. Τις φωνές από τα μεγάφωνα. Τις εντολές να σηκώσουν τα χέρια ψηλά και να πάνε στην πλώρη. «Η αποστολή ήταν απολύτως ειρηνική. Δεν υπήρξε καμία αντίσταση. Σηκώσαμε τα χέρια και ακολουθήσαμε όλες τις οδηγίες».
Κι όμως, λίγη ώρα αργότερα, όπως λέει, άρχισε κάτι που ακόμη δυσκολεύεται να περιγράψει. «Από τη στιγμή που πατούσες το πόδι σου στο πλοίο – φυλακή καταλάβαινες ότι δεν είσαι πια άνθρωπος. Σου έπαιρναν το διαβατήριο, σου έδιναν έναν αριθμό και τελείωσε. Δεν ήξερες πού βρίσκεσαι, δεν ήξερες αν υπάρχει κάποιος που ξέρει τι συμβαίνει σε σένα, αν υπάρχει δικηγόρος, αν υπάρχει οποιαδήποτε προστασία».
Η φωνή της χαμηλώνει όταν περιγράφει το κοντέινερ μέσα από το οποίο περνούσαν όλοι πριν μπουν στον χώρο κράτησης. «Εκεί ξεκινούσαν τα πρώτα βασανιστήρια. Μπουνιές, χτυπήματα, ηλεκτροσόκ με taser, χτυπήματα με όπλα. Ηταν οργανωμένο. Δεν ήταν κάτι τυχαίο».
Σταματά για λίγο και κοιτάζει το πιάτο της χωρίς να μιλά. Η μητέρα της παρατηρεί από την κουζίνα, αλλά δεν τη διακόπτει. «Το χειρότερο ήταν ότι δεν ήξερες ποιο είναι το όριο. Δεν ήξερες αν αυτό που συμβαίνει θα μείνει εκεί ή αν μπορεί ξαφνικά να γίνει κάτι πολύ πιο ακραίο».
Οι περιγραφές της για τις συνθήκες κράτησης προκαλούν αίσθημα ασφυξίας. «Δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου νερό. Τη δεύτερη μέρα δεν νομίζω ότι ήπια ούτε μισό μπουκαλάκι. Δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό, δεν υπήρχε χαρτί τουαλέτας, δεν υπήρχε φαγητό». Θυμάται παγωμένα κομμάτια ψωμιού πεταμένα στο πάτωμα, ανθρώπους στριμωγμένους σε κοντέινερ, χημικές τουαλέτες που είχαν σταματήσει να λειτουργούν και νύχτες χωρίς ύπνο. «Χτυπούσαν τα κοντέινερ μέσα στη νύχτα, άναβαν φώτα, έβαζαν θορύβους για να μη μας αφήνουν να κοιμηθούμε. Υπήρχε διαρκώς ένα όπλο πάνω από το κεφάλι σου».
Η ίδια τραυματίστηκε λόγω της πολύωρης ακινησίας και της βίας που – όπως λέει – ακολούθησε. «Είχα πάθει νευροπάθεια. Δεν μπορούσα να κουνήσω καλά τα πόδια μου. Επειδή πήγαινα αργά, με έριχναν κάτω και με χτυπούσαν στο ήδη τραυματισμένο πόδι. Με πατούσαν με αρβύλες πάνω στο διάστρεμμα».
Οι γιατροί στο «Αττικόν» τής εξήγησαν αργότερα ότι θα χρειαστούν εβδομάδες για να επανέλθει πλήρως η κινητικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια επιμένει ότι ο δικός της τραυματισμός «είναι το λιγότερο». «Υπήρχαν άνθρωποι που πέρασαν πολύ χειρότερα». Και επαναλαμβάνει «ότι όντως είναι μικρό σε σχέση με τους 9.500 Παλαιστίνιους που είναι τώρα στη φυλακή (…) Πραγματικά ο δικός μου είναι ένα τίποτα μπρος σε αυτό που έχουν περάσει και περνούν αυτοί οι άνθρωποι». Θα επαναλάβει δε πολλές φορές στη διάρκεια της συζήτησής μας ότι «υπήρχαν άνθρωποι που πέρασαν πολύ χειρότερα».
Εξευτελισμός
Σκύβει για λίγο και τρίβει το γόνατό της. «Αυτό που προσπαθούσαν να κάνουν ήταν να σε κάνουν να φοβηθείς. Να σε εξευτελίσουν. Να νιώσεις ότι δεν έχεις καμία αξία». Περιγράφει συνεχή λεκτική και σεξιστική κακοποίηση προς τις γυναίκες της αποστολής. «Μας φώναζαν “ομορφούλες”, “ασχημούλες”, μας τραβούσαν από τα μαλλιά, μας άγγιζαν, μας έκαναν χυδαία σχόλια. Υπήρχε μια διαρκής προσπάθεια εξευτελισμού».
Κάποια στιγμή η μητέρα της τη διακόπτει απαλά. «Φτάνει λίγο τώρα», της λέει. «Πρέπει να ξεκουραστείς». Η Χριστίνη χαμογελά σαν μικρό παιδί που το μαλώνουν τρυφερά. Για λίγα δευτερόλεπτα, το σπίτι γεμίζει ξανά με μια σχεδόν συνηθισμένη οικογενειακή εικόνα. Κι όμως, η ίδια επιστρέφει ξανά στις εικόνες του πλοίου. «Το πιο δύσκολο ήταν ότι δεν ξέραμε πότε θα τελειώσει όλο αυτό. Δεν είχαμε επικοινωνία ούτε με οικογένεια ούτε με ελληνικές Αρχές. Ημασταν άνθρωποι εξαφανισμένοι μέσα σε ένα πλοίο – φυλακή».
Παρά τη βία, όμως, εκείνο που θυμάται περισσότερο είναι η αλληλεγγύη μεταξύ τους. Η φωνή της αλλάζει για πρώτη φορά όταν μιλά γι’ αυτό. Γίνεται πιο ζεστή. Πιο ανθρώπινη. «Οι γιατροί της αποστολής έστησαν ένα μικρό αυτοσχέδιο νοσοκομείο μέσα στο πλοίο. Ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Μοιραζόμασταν νερό, δίναμε κουράγιο στους πιο τραυματισμένους, προσπαθούσαμε να κρατηθούμε ψύχραιμοι».
Τη ρωτώ αν φοβήθηκε πραγματικά. Η Χριστίνη δεν το σκέφτεται καν πριν απαντήσει. «Ναι. Ειδικά στο πλοίο – φυλακή. Εκεί καταλαβαίνεις ότι η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν υπάρχει πια. Δεν ξέραμε τι μπορεί να συμβεί την επόμενη στιγμή». Σκύβει για λίγο το κεφάλι και ακουμπά ασυναίσθητα το τραυματισμένο της πόδι.
Σταματά και κοιτάζει για λίγο έξω από το παράθυρο. «Προσπαθούσαν να μας απανθρωποποιήσουν. Αλλά δεν τα κατάφεραν. Ακόμη κι ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα στον ώμο, το να πεις στον άλλο “λίγο έμεινε, θα βγούμε”, είχε τεράστια σημασία». Η ίδια πιστεύει ότι στόχος της βίας ήταν ξεκάθαρα ο εκφοβισμός. «Ηθελαν να δείξουν ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν. Οτι μπορούν να κάνουν ρεσάλτο οπουδήποτε στη Μεσόγειο και να σε διαλύσουν για να μην το ξανατολμήσεις», λέει με σιγουριά, ενώ δεν διστάζει να χαρακτηρίσει δολοφονικό το κράτος του Ισραήλ.
Μιλά και για τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης με εμφανή πικρία. «Θεωρούμε ότι επί τρεις μέρες υπήρχαν έλληνες πολίτες που είχαν απαχθεί και βασανίζονταν και δεν υπήρξε ουσιαστική προστασία». Παρά την εξάντληση, μιλά συνεχώς για τη Γάζα. Για το ότι «δεν πρέπει να σταματήσουμε να μιλάμε». Για το ότι «ο παλαιστινιακός λαός είναι φάρος αντίστασης». Για το ότι «μπορεί να χάνεις μια μάχη αλλά συνεχίζεις».
Η μητέρα της επιστρέφει με λίγες ακόμη πατάτες στο πιάτο της. «Φάε επιτέλους», της λέει γελώντας. Η Χριστίνη γελά κι εκείνη, για πρώτη φορά πραγματικά δυνατά.
Τη ρωτώ αν, μετά από όλα αυτά, θα συμμετείχε ξανά σε μια αντίστοιχη αποστολή. Σιωπά για λίγο. «Θέλω λίγο χρόνο να αναρρώσω», λέει τελικά. «Αλλά ναι. Θα το ξαναέκανα. Γιατί αν φοβηθούμε και σταματήσουμε, τότε έχουν κερδίσει».



