Ενα περιοδικό είναι σημαντικό εργαλείο για την ανάπτυξη σοβαρού περιβαλλοντικού προβληματισμού. Με το διμηνιαίο «Οικολογία και Περιβάλλον» στο διάστημα 1982-84 και, με το μηνιαίο «Νέα Οικολογία» από το 1984 και επί αρκετά χρόνια, η οικολογία βγήκε δυναμικά στο προσκήνιο της ελληνικής πραγματικότητας, βασισμένη σε ισχυρές επιστημονικές και θεωρητικές βάσεις και σε μετρημένο ακτιβισμό. Τον Φεβρουάριο του 2001, ξεκίνησε μια νέα προσπάθεια, το μηνιαίο περιοδικό «Δαίμων της Οικολογίας» ως ένθετο στην «Κυριακάτικη Αυγή». Για χρόνια παρέμεινε το μοναδικό ελληνικό έντυπο πολιτικής οικολογίας.
Η «Αυγή» ήταν τότε μια σοβαρή εφημερίδα, με αξιόλογους δημοσιογράφους, με συνεργάτες πολλούς ανθρώπους του πνεύματος, με στελέχη και αναγνώστες ανοικτούς σε κριτική και αμφισβήτηση. Το ένθετο περιοδικό ήταν ένα ειλικρινές άνοιγμα, ώστε η οικολογία να γίνει συνιστώσα του μη δογματικού, αριστερού λόγου.
Το εκδοτικό σημείωμα του 1ου τεύχους έλεγε: Μια παρέα από τα παλιά ζητάει πάλι την εμπιστοσύνη σας… το περιβάλλον αγωνιά και ζητάει συνδρομή για τη διάσωσή του… Η προσπάθεια φιλοξενείται στην ΑΥΓΗ, μια εφημερίδα συνώνυμη της ανανέωσης… Σημαντικοί επιστήμονες του περιβάλλοντος στηρίζουν την έκδοση, διαμορφώνεται μια ισχυρή ομάδα ειδικών που μπορεί υπεύθυνα να ενημερώνει για κάθε σοβαρό περιβαλλοντικό ζήτημα… Οι συνεργασίες να ακολουθούν με συνέπεια τους κανόνες της γλώσσας και να αυτοπειθαρχούν στα πλαίσια μιας δημιουργικής ηπιότητας, που πρέπει να χαρακτηρίζει τις οικολογικές προσεγγίσεις.
Τρία χρόνια μετά, η κατάσταση του ευρύτερου πολιτικού χώρου, με εξαίρεση το ΚΚΕ, είχε αλλάξει. Η «Αυγή» έπαψε να δημοσιεύει κριτικά κείμενα, να προσελκύει ανήσυχους ανθρώπους, να εκπέμπει «ανανεωτικά». Προβλήθηκε η «Διακήρυξη της Πρωτοβουλίας για Συσπείρωση της Αριστεράς», δηλαδή το προοίμιο του ΣΥΡΙΖΑ, προωθώντας αντιλήψεις και πρακτικές αριστερισμού, υψώνοντας ξανά τη γροθιά και κηρύσσοντας ουσιαστικά το τέλος της ανανέωσης. Αποφεύγοντας κάθε αυτοκριτική, με ξύλινη γλώσσα και ορολογία, η διακήρυξη κατασκεύασε κακούς, από τον νεοφιλελευθερισμό μέχρι τη σοσιαλδημοκρατία, κατήγγειλε και την Ευρωπαϊκή Ενωση, περιφρόνησε ακόμα και τις πιο προωθημένες περιβαλλοντικές πολιτικές, στρίμωξε τον πλούτο της οικολογικής προβληματικής στα στενά καλούπια της παλαιοαριστεράς.
Το εκδοτικό σημείωμα για το 34ο τεύχος του περιοδικού έκανε κριτική στη διακήρυξη, το τεύχος όμως κυκλοφόρησε χωρίς εκδοτικό σημείωμα. Επρόκειτο για λογοκρισία πρωτοφανή στον χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς. Το επίμαχο κείμενο δημοσιοποίησε μετά από λίγες μέρες η «Ελευθεροτυπία». Με ρήξη ξεκίναγε το πολιτικό πυροτέχνημα που κατέληξε σήμερα στην εξάχνωση του ΣΥΡΙΖΑ.
Στην αρχαιότητα, ένας δαίμων ήταν πνεύμα με θετικές επιρροές. Η ρήξη όμως του 2004, δαιμονοποίησε αρνητικά την οικολογία. Από τότε μέχρι και σήμερα, η Αριστερά πήρε διαζύγιο από την ουσία του περιβάλλοντος και το χρησιμοποίησε μόνο σαν σύνθημα για προσέλκυση οπαδών. Αγνόησε τη δυνατότητα κατάλληλων τεχνολογικών και οργανωτικών επιλογών, που, αναβαθμίζοντας τον δημόσιο χώρο και δημιουργώντας συνθήκες για καλύτερη ποιότητα ζωής, προσφέρουν ένα πολύτιμο κοινωνικό αγαθό.
Το δε οικολογικό κίνημα δεν ξεπέρασε την παιδική ασθένεια του αριστερισµού και πήρε διαζύγιο από την ιδέα πως τα περιβαλλοντικά προβλήματα χρειάζονται επιστημονική ανάλυση και τεχνολογική επίλυση. Ο χαρακτηρισµός «οικολόγος» κατάντησε γραφική έννοια, η δε πολιτική οικολογία διολίσθησε σταθερά προς άγονες αντικαπιταλιστικές απόψεις, απορρίπτοντας την ανάπτυξη και την τεχνολογία.
Ο Κίμων Χατζημπίρος είναι καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο








