Ποιος αν σας έστηνε στο ραντεβού, θα σας ζεμάτιζε χειρότερα; Το παλικάρι ή η δέσποινα των λογισμών σας; Ο άνθρωπος με τα μαύρα λεφτά – εφόσον μπλέκεστε σε σκοτεινά νταραβέρια; Η Ιστορία εάν είστε επίδοξος πρωθυπουργός; Η βαλίτσα, φίλες και φίλοι! Η βαλίτσα σας στον ιμάντα.
Προσγειώνομαι στο νέο φαραωνικό αεροδρόμιο, το οποίο έχει αντικαταστήσει το «Κεμάλ Ατατούρκ» και προορίζεται να ονομαστεί «Ταγίπ Ερντογάν» – ποτέ βεβαίως κανείς δεν ξέρει – μετά τον θάνατο του ηγέτη η τράπουλα ξαναμοιράζεται, η υστεροφημία του γίνεται όπλο στα χέρια των διαδόχων του. Κεφάτος διασχίζω τη φυσούνα, ανεβοκατεβαίνω κυλιόμενες σκάλες, διασταυρώνομαι με μια παρέα ημίγυμνων ανδρών, φορούν ιχράμ – λευκά, άραφα σεντόνια –, πάνε στη Μέκκα για να γίνουν χατζήδες. Χαμογελάω πλατιά στην κάμερα, στον έλεγχο διαβατηρίων. Ενημερώνομαι από την οθόνη, σπεύδω βραδέως στον ιμάντα 12.
Κάθε λογής αποσκευές περνούν, ξαναπερνούν από μπροστά μου. Σάκκοι παρόμοιοι με του Αϊ-Βασίλη. «Λουκάνικα» σαν κι εκείνα που μας έδιναν στον στρατό. «Επώνυμες» – πανάκριβες παναπεί – βαλίτσες, το δέρμα και οι αστραφτερές αγκράφες τους στοιχίζουν ίσως περισσότερο κι από το περιεχόμενό τους, εκτός κι αν πρόκειται για μαϊμούδες, αγορασμένες από το Καπαλί Τσαρσί, το μεγάλο παζάρι της Πόλης. Μονάχα η δικιά μου, η απλή, η ταπεινή, δεν φαίνεται πουθενά.
Μετά το πρώτο δεκάλεπτο αρχίζω να ανησυχώ. Στο τέταρτο, οι συνεπιβάτες μου έχουν όλοι φύγει, τους έχουν διαδεχθεί κάτι νεοφερμένοι από τη Σαγκάη. Κάθομαι πλέον σε αναμμένα κάρβουνα. Φέρνω ασυναίσθητα στα χείλη μου το ηλεκτρικό τσιγάρο, τραβάω μια γερή, αγχολυτική τζούρα – «το άτμισμα εδώ μέσα απαγορεύεται!» με επιπλήττει αυστηροευγενικά μια νεαρή υπάλληλος του αεροδρομίου – «πού βρίσκεται η βαλίτσα μου;» της κάνω με ύφος ναυαγού. «Εμεινε στην Αθήνα», μου ανακοινώνουν τα κακά μαντάτα στο τμήμα απολεσθέντων. «Γιατί;». «Συμβαίνει…» σηκώνουν τους ώμους. «Θα φτάσει με μια επόμενη πτήση». «Με ποια; Εγώ πετάω σε τρεις ώρες για Μολδαβία. Αύριο το πρωί, αναχωρούμε οδικώς για Ουκρανία. Είναι επείγον, κάντε κάτι, σας παρακαλώ»! Υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη γκριμάτσα, που σημαίνει «κατανοώ βαθιά, θα πράξω ό,τι το ανθρωπίνως δυνατόν…». Εκπαιδεύονται να την παίρνουν όσοι πρέπει να διαχειρίζονται την ένταση – την αγανάκτηση ενίοτε – των πελατών και να δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα. «Συμπληρώστε την αίτηση. Η υπηρεσία μας λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση. Μπορείτε να μας τηλεφωνείτε ανά πάσα στιγμή».
«Παρηγοριά στον άρρωστο…» σκέφτομαι. Την έχω ξεγράψει κατά βάθος τη βαλίτσα μου για αυτό το ταξίδι. «Θα βρίσκεται πάντα» σκέφτομαι «ένα βήμα – εκατοντάδες, δηλαδή, χιλιόμετρα – πίσω από μένα, ποιος ξέρει πού και πότε και αν θα ξανανταμώσουμε. Τζάμπα την έφτιαχνα, αδίκως παραγέμιζα τις θήκες της με κάλτσες και με χάπια για τον πονοκέφαλο, τη βαρυστομαχιά. Με το λούτρινο λιονταράκι που μου ‘χε δώσει η κόρη μου για να με προσέχει στην εμπόλεμη ζώνη… Πάλι καλά που στο σακκίδιο έχω φορτιστή και φακούς επαφής. Πρέπει ωστόσο να ψωνίσω, αύριο κιόλας, σώβρακα, πουκάμισα… Θα ανανεώσω – ποιος να το ‘λεγε; – την γκαρνταρόμπα μου στο Κίεβο… Δεν ντρέπεσαι να κατσουφιάζεις;» χαστουκίζω νοερά τον εαυτό μου. «Εκεί που πας θα συναντήσεις ανθρώπους που έχασαν παιδιά, αδέλφια. Που βομβαρδίστηκε το σπίτι τους, κατελήφθη η πόλη τους, κατέληξαν πρόσφυγες στην ίδια την πατρίδα τους…». Το να αρνείσαι να βουλιάξεις στον μικρόκοσμό σου, το να έχεις αίσθηση των μεγεθών, ενσυναίσθηση, βοηθάει κυρίως εσένα.
Κάποιοι είναι γεννημένοι για να λύνουν πάσης φύσεως προβλήματα. Ξεμπλέκουν και το πιο μπερδεμένο νήμα, φτάνουν στην άκρη του, βρίσκουν χαμένους θησαυρούς, αλανιάρες έστω βαλίτσες. Ανάμεσά τους ο Αλέξανδρος Δημητρακόπουλος, ο πρέσβης μας στην Ουκρανία. Σβέλτος και πολυμήχανος ως απόγονος γνήσιος του Οδυσσέα.
Το απόγευμα της επομένης, αντάμωσα με τη βαλίτσα μου στο Κισινάου. Καμαρωτή παρότι σκονισμένη την αντίκρισα επάνω στα ροδάκια της, να λαχταράει να αποκτήσει στόμα για να μου διηγηθεί τις περιπέτειές της. «Πού σουρτούκευες, παλιοκόριτσο;» της είπα. Και – γελάστε ελεύθερα – έσκυψα και τη φίλησα.








