Γράφετε από πολύ μικρή ηλικία. Πώς προέκυψε αυτή η ανάγκη;
Ξεκίνησα από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, γύρω στα 10 με 11 μου χρόνια, να γράφω ποιηματάκια για το ρόδο και το τριαντάφυλλο, αυτά που γράφουν συνήθως τα παιδιά. Δεν το έχω ερμηνεύσει ποτέ, ούτε χρειάζεται να ερμηνεύουμε τα πάντα. Μου άρεσε απλώς η έκφραση διά της γραφής. Ισως έπαιξε ρόλο ότι διάβαζα πολύ. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ο σημερινός κατακλυσμός, ο υπερπληθωρισμός παιδικών βιβλίων – και ίσως αυτό να ήταν καλύτερο. Λατρεύαμε τα «Κλασικά Εικονογραφημένα». Παράλληλα, όμως, ήμουν ένα παιδί που έπαιζε έξω, στους δρόμους του Ηρακλείου, μέχρι τα 12 μου που πήγα στο Γυμνάσιο.
Αυτό δείχνει μια σχετική ελευθερία, σε μια εποχή που τα κορίτσια δέχονταν έντονους κοινωνικούς περιορισμούς.
Οι γονείς μου ήταν γιατροί, με έσπρωχναν με επιμονή προς τη μόρφωση. Δεν υπήρχε κανένας περιορισμός για τη μάθηση. Ημουν άριστη μαθήτρια και είχαν μεγάλες φιλοδοξίες για μένα. Η εφηβεία όμως έχει ένα κλείσιμο, μια εσωστρέφεια. Από εκεί και πέρα, άρχισα να διαβάζω πάρα πολύ, στα όρια του δυνατού. Στο Λύκειο είχα ήδη διαβάσει την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη και τον Μακρυγιάννη.
Μελετώντας τη διαδρομή σας, δημιουργείται η εντύπωση ότι η ζωή σας χαρακτηριζόταν από μια βαθιά καταπίεση και σύγκρουση. Ισχύει αυτό;
Βέβαια, έζησα καταπίεση. Η οικογένειά μας ήταν εξαιρετικά αυστηρή. Δεν επιτρεπόταν να ήμουν έξω μετά τις οκτώ-οκτώμισι το βράδυ. Παρέες με αγόρια απαγορεύονταν αυστηρά, παρ’ όλο που πήγαινα σε μεικτό σχολείο. Υπήρχε έντονα αυτή η πατριαρχική νοοτροπία της αστικής κοινωνίας, ότι οι κόρες των ευκατάστατων οικογενειών έπρεπε να προστατευτούν για να παντρευτούν αργότερα έναν πλούσιο σύζυγο. Κάτι που περιγράφει το μέγεθος αυτής της αυστηρότητας είναι το γεγονός ότι από μικρό παιδί, μιλούσα και στους δύο γονείς μου στον πληθυντικό.
Πού βρήκατε στήριξη;
Στη γιαγιά μου. Ηταν μια αγράμματη, βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα, η οποία στην ουσία με μεγάλωσε. Επίσης, είχαμε στο σπίτι δύο κοπελιές από το χωριό για τις δουλειές – υπηρέτριες τις λέγαμε τότε, «κοπέλες» ας πούμε πιο ευγενικά. Αυτός ο κόσμος, μαζί με τη γιαγιά και τον αδελφό μου, ήταν κάτι που με στήριξε συναισθηματικά. Ομως, θεωρώ ότι πιο πολύ από όλα με στήριξε το ότι διάβαζα πάρα πολύ. Το διάβασμα με έφτιαξε ως χαρακτήρα. Αν έχεις διαβάσει τον «Ερωτόκριτο» στα δεκαέξι σου, βλέπεις ότι η Αρετούσα γίνεται ένα πρότυπο αντίρρησης, επανάστασης.
Η σκληρότητα του πατέρα σας πότε ξεπερνά τα όρια;
Την περίοδο που έγινε η δικτατορία. Ηταν πάρα πολύ σκληρός με το γεγονός ότι συνδεόμουν με έναν αριστερό φοιτητή. Αποφασίσαμε να κλεφτούμε. Ημασταν ανήλικοι όμως τότε, καθώς η ενηλικίωση γινόταν στα είκοσι ένα. Ο γάμος με τον Νίκο Γιανναδάκη, έγινε το καλοκαίρι του 1967. Η ενηλικίωσή μου συνέβη τον Νοέμβριο του ’68, την περίοδο που άρχιζε η πρώτη δίκη για την υπόθεση του Ρήγα Φεραίου.
Πώς καταφέρατε να παντρευτείτε χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα σας;
Υπέγραψε αντ’ αυτού ο Μητροπολίτης Ηρακλείου, ο Ευγένιος Ψαλιδάκης, ο οποίος ήταν πάρα πολύ στενός του φίλος. Του το χρωστάω αυτό. Υπέγραψε αντί για τον πατέρα μου επειδή δεν ήθελε να γίνει σκάνδαλο.
Αυτή η κόντρα σάς απομάκρυνε οριστικά από τους γονείς σας;
Από ένα σημείο και μετά, οι μεγάλες κόντρες μαλάκωσαν. Η οικογένειά μου με βοήθησε οικονομικά να σπουδάσω – ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Ο πατέρας μου ήταν με πολιτική σκέψη, μέσα στα πλαίσια ενός συντηρητικού βενιζελισμού. Δεν έδειξε σκληρότητα μέχρι τέλους. Από ένα σημείο και μετά μαλάκωσε και εκείνος και η μάνα μου. Εξάλλου, εγώ χώρισα αρκετά νωρίς με τον Νίκο.
Στην επανέκδοση του «Κέικ», στο σημείωμά σας αναφέρεστε σε μια τραυματική ερωτική ιστορία.
Είναι μεταγενέστερη, δεν μου αρέσει να πολυμιλάω γι’ αυτήν. Ηταν μια πολύ κακή ερωτική σχέση. Υπήρχε και ο θάνατος ενός παιδιού που γεννήθηκε πρόωρα. Είναι το τραύμα από αυτή την ιστορία, η εγκατάλειψη έπειτα από τον σύντροφο και μια απόπειρα αυτοκτονίας. Είναι πράγματα τα οποία με τραυμάτισαν, με σημάδεψαν βαθιά. Αλλά δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν βάσανα, συμβαίνει καθημερινά σε χιλιάδες γυναίκες. Το θέμα είναι πώς το ξεπερνάς.
Πώς;
Στηρίχθηκα στο ότι διάβαζα, όχι στο ότι έγραφα. Με στήριξε πάρα πολύ η γνώση. Δεν μου αρέσει η σημερινή κατάσταση, που έχει γίνει σχεδόν μόδα στη λογοτεχνία, όπου όλοι γράφουν τις περιπέτειές τους σε πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο. Αυτά τα λέμε με τις φιλενάδες μας. Από εκεί και πέρα, πρέπει να είναι κάτι άλλο που θα το κάνει η λογοτεχνία. Εχω την αίσθηση ότι η λογοτεχνία είναι η τέχνη της μεταποίησης, η τέχνη της μεταμφίεσης. Επρεπε αυτό που βίωνα να το μεταμφιέσω σε κάτι άλλο.
Πότε αρχίσατε να δίνετε χώρο σε ό,τι ζήσατε μέσα από το γράψιμο;
Αυτή η ιστορία κράτησε λίγα χρόνια. Αλλά ξεκίνησα μια άλλη ζωή με τον Ηλία Κούβελα, τον σύζυγό μου. Κοντεύουμε πενήντα χρόνια παντρεμένοι τώρα. Εκείνος με βοήθησε πάρα πολύ, με οργάνωσε, με ηρέμησε και μπόρεσα να αφοσιωθώ στο γράψιμο. Φύγαμε από την Αθήνα και άλλαξε όλο το περιβάλλον. Εχω ζήσει τα μισά χρόνια της ζωής μου σε επαρχιακές πόλεις, και στην Κρήτη δεν ξαναγύρισα ποτέ για να μείνω. Συμβαίνει όμως αυτό που εγώ ορίζω ως συγγραφικό νόστο. Αυτό σημαίνει μια εμβάθυνση στο τραύμα και μια προσπάθεια να είσαι πιο δίκαιη στο τέλος. Να είσαι πιο δίκαιη, ναι, γιατί και οι γονείς είχαν τα δικά τους βάσανα τριάντα και σαράντα χρόνια πιο πριν. Η συγγραφή σού ξαναθέτει τα προβλήματα.
Απαλλαχθήκατε από αυτά τα βάρη;
Ναι, όταν πήγα και του ξαναμίλησα, έπειτα από δώδεκα χρόνια. Του ξαναμίλησα διότι κατάλαβα ότι τα πράγματα σε όλες τις ιστορίες είναι αρκετά πιο σύνθετα από ό,τι αισθανόμαστε εκείνη τη στιγμή. Προχωρώντας στη ζωή, καταλαβαίνεις ότι πρέπει να υπάρχει το έλεος. Οχι η συγχώρεση, αλλά μια συγκατάβαση. Το μίσος δεν ωφελεί ποτέ, σε κάνει χειρότερο άνθρωπο. Μου φαίνεται τόσο στενοκέφαλο να κρατάς ένα αιώνιο μίσος, δείχνει ότι δεν έχεις καταλάβει τίποτα από τη ζωή. Δεν θα επεκταθώ όμως σε λεπτομέρειες. Είναι πράγματα που δεν τα έχω ξαναπεί ποτέ. Επρεπε να τη βγάλω από πάνω μου αυτή την ιστορία.








