Εσείς τους ξέρετε; Εγώ πάντως δεν τους ήξερα. Προσφάτως τους έμαθα. Με αφορμή τη βράβευση, σε εκδήλωση που έγινε πριν από λίγες ημέρες στο Ιδρυμα Κακογιάννης, των εκατό καλύτερων εστιατορίων σε όλη την Ελλάδα. Να πω, κατ’ αρχάς, ότι σε αυτό το top 100 υπάρχουν όντως κάποια από τα καλύτερα resto της Αθήνας. Τα γνωστά δηλαδή. Να επισημάνω επίσης ότι πολύ χάρηκα όταν μέσα σε αυτήν τη λίστα ανακάλυψα τον Κίτσουλα, μια εμβληματική ταβέρνα στο Χαλάνδρι που στη δεκαετία του 1980, όταν είχαμε γκώσει από τα μπιντόκ α λα ρους και τα μανιτάρια α λα κρεμ και επανεφεύραμε την τηγανιά, την είχαμε τιμήσει δεόντως, αλλά νόμιζα ότι είχε κλείσει εδώ και χρόνια. Ωστόσο σε τέτοιες κατατάξεις περιμένω να βρω και λιγότερο προφανείς αναφορές. Να καταλάβω ότι οι κριτές που έκαναν την επιλογή δοκίμασαν, έψαξαν, ανακάλυψαν κάτι παραπάνω από αυτά που ξέρω εγώ η άσχετη.

Εδώ είμαστε! Στους «κριτές». Διότι διάβασα ότι αυτή την επιλογή την έκανε μια επιτροπή περισσότερων από εκατό foodies. Και έμαθα ότι πρόκειται για μια καινούργια ιδιότητα, τύπου ινφλουένσερ, που μας προέκυψε και αυτή μέσω των σόσιαλ μίντια. Είναι λοιπόν αυτοί που φωτογραφίζουν και ανεβάζουν φαγητά είτε τρώνε έξω είτε στο σπίτι τους. Κάτι που, μέσα από τη διάτρητη διαδικτυακή αξιολόγηση, θεωρείται ότι σε κάνει εξαιρετικό γνώστη και επιφανή κριτικό γεύσεων. Τόσο απλά και αβασάνιστα. Και θυμήθηκα κάτι φίλες και συναδέλφους μου που, όταν βγήκαν στη σύνταξη, στις αναρτήσεις τους στα σόσιαλ μόνο που δεν μύριζες το τσιγαριστό κρεμμύδι και δεν άκουγες το φαγητό να βράζει. Τότε νόμιζα ότι το έκαναν για να γεμίσουν τον ελεύθερο χρόνο τους. Τώρα έμαθα ότι έγιναν foodies.

Σε αυτήν την εκατονταμελή επιτροπή των «ειδικών» των γεύσεων είδα βεβαίως να φιγουράρουν ονόματα σοβαρών επαγγελματιών του χώρου που θεωρώ την άποψή τους, ακόμη και όταν δεν συμφωνώ μαζί τους, γκαραντί. Είδα όμως και κάποιους φίλους και γνωστούς, ανθρώπους που έχουμε κάνει παρέα και που ποτέ δεν είχαν δείξει ιδιαίτερο ζήλο για τη γαστρονομία. Ούτε την υψηλή ούτε την, εξίσου νόστιμη, παρακατιανή. Ταλαντούχους, πλην κακοπληρωμένους λόγω συνθηκών καλλιτέχνες του θεάτρου και των μουσικών σκηνών. Στη συνέχεια έμαθα ότι από αυτήν τη δραστηριότητα – και δεν αναφέρομαι στα μέλη της συγκεκριμένης επιτροπής – κάτι βγαίνει. Ενα μικρό ή μεγαλύτερο χαρτζιλικάκι από εταιρείες και παντός είδους εστιατόρια.

Στις μέρες μας, ό,τι μπορεί ας κάνει κάποιος για να βγάλει το επιούσιον, φτάνει να είναι εντός νόμου (ακόμη και η φίλη που έγινε στα 60 της γευσιγνώστρια και μας είχε κάνει κερασόπιτα χωρίς να βγάλει τα κουκούτσια από τα κεράσια). Φοβάμαι όμως ότι όπως οι πολλές instagramers κατέστρεψαν την αισθητική, έτσι και οι πολλοί foodies θα καταστρέψουν τη γεύση.

Τριγωνομετρία

Ψάχνοντας όμως στα σόσιαλ βρίσκεις και μικρούς θησαυρούς. Είχα μια αόριστη ιδέα για το Πρόγραμμα Πιλοτικής Αναβάθμισης του Εμπορικού Τριγώνου του Δήμου Αθηναίων με την αποκλειστική δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Ανοιξα τυχαία όμως την ηλεκτρονική του σελίδα. Σαν τα παλιά, καλά περιοδικά, αυτά που στήναμε στις χρυσές εποχές του Τύπου. Πολλές αναρτήσεις την ημέρα για τα θέματα και τους ανθρώπους της περιοχής. Ακόμη και τα προβλήματα δεν καταγράφονται μίζερα. Ακόμη και τα μικρά παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο που μοιάζουν «μεγάλα» αλλά ανάλαφρα. Και πάντα ενδιαφέροντα. Σκρολάρεις στη σελίδα και νομίζεις ότι κάνεις μια βόλτα σε εκείνα τα δρομάκια με τα «μαγικά» μαγαζιά, εκεί όπου «κρύβεται» για να διατηρηθεί ζωντανή η Ιστορία της καθημερινότητας αυτής της πόλης.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες του Τριγώνου είναι οι εικαστικές παρεμβάσεις πάνω στα καφάο που τα μετατρέπουν από ακαλαίσθητα σιδερένια κουτιά σε αντικείμενα τέχνης. Και να που ένα από αυτά, με σχέδιο του mister.achilles, έγινε το εξώφυλλο στην καινούργια συλλογή διηγημάτων του Σωτήρη Δημητρίου «Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη». Λέει ο Σωτήρης Δημητρίου για το πώς και το γιατί κατέληξε σε αυτή την εικόνα: «Περπατούσα στην Αθηνάς, είδα μια κυρία να φωτογραφίζει κάτι. Πλησίασα και είδα το έργο αυτό. Η εικόνα πάνω στο καφάο λειτούργησε μέσα μου αντανακλαστικά, αυτόματα. Εκείνη την περίοδο έψαχνα εξώφυλλο για το βιβλίο μου και αυτή η εικόνα έγινε αμέσως αυτό το εξώφυλλο που αναζητούσα. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η φθορά που υπήρχε στο ίδιο το καφάο έκανε το έργο αυτό ακόμα πιο ιδιαίτερο ερήμην του καλλιτέχνη, καθώς τα διηγήματα στο βιβλίο μου μιλούν μεταφορικά για φθορές».

Αφίσες τέλος

Στέκουν καταμεσής των λεωφόρων πάνω στις κολόνες της ΔΕΗ. Ασχημα και πρόχειρα κολλημένες, παραμορφώνουν τα πρόσωπα των καλλιτεχνών (τραγουδιστών κυρίως) που υποτίθεται ότι διαφημίζουν. Και δεν πιστεύω ότι κάποιος που θα δει μια τέτοια αφίσα σαν ξεχασμένη και θλιβερή σημαία θα σπεύσει να πάει στο μαγαζί ή τη συναυλία του καλλιτέχνη που ποζάρει. Μια συνήθεια λοιπόν χωρίς αποτέλεσμα που ξέμεινε από άλλες εποχές και, επιπλέον, «πληγώνει» αισθητικά την πόλη. Τα πρόστιμα στους επιχειρηματίες των μαγαζιών ή τους διοργανωτές των συναυλιών δεν απέδωσαν. Και έτσι τώρα, η «καμπάνα» θα χρεώνεται στους ίδιους τους τραγουδιστές. Μακάρι, μήπως και απαλλαγούμε από αυτήν την τριτοκοσμική ασχήμια.

ΜΑΞΙΜΟΣ ΜΟΥΜΟΥΡΗΣ,

ηθοποιός, σκηνοθέτης

Γιατί μου αρέσει η Αθήνα

Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει η Αθήνα. Πιο εύκολα μπορώ να μιλήσω για το αντίθετο, αλλά γιατί να μιλήσω αρνητικά για μια πόλη όπου έχω επιλέξει να ζω; Ακόμη μια απόδειξη πως αγάπη δίχως μίσος δεν είναι αγάπη.

Τα αντίθετα, αυτά είναι που με γοητεύουν σε αυτή την πόλη. Είναι σαν ώριμη γυναίκα που απεχθάνεται ό,τι σύγχρονο και ταυτόχρονα μια πανέμορφη κοπέλα που προσπαθεί να το αφομοιώσει. Τη μια φοράει φούστα κάτω από το γόνατο και την άλλη περιφέρεται με σούπερ μίνι που αναδεικνύει πρόστυχα τα λεπτά της πόδια. Η Αθήνα είναι μια γυναίκα που δεν κοιμάται ποτέ, σου χαρίζει απλόχερα ό,τι επιθυμήσεις από τις αρχαιότητες που τις νιώθεις να βράζουν ακόμα και κάτω από τα πόδια σου, μέχρι το 24ωρο περίπτερο και το βρώμικο σάντουιτς. Είναι άγρια σαν τη μορφολογία της Ελλάδας, ανισόπεδη όπως το ανθρώπινο σώμα. Δεν τη νοιάζει που και οι κάτοικοί της αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην ιστορία. Γι’ αυτό και μπορείς να συναντήσεις ευγενείς ανθρώπους που σου φτιάχνουν τη μέρα αλλά και οξύθυμος οδηγούς που νομίζουν πως οι δρόμοι τους ανήκουν. Η Αθήνα είναι πάντα εδώ και περιμένει τους εραστές της να την ανακαλύψουν.