Δύο χρόνια μετά τον (αγγλόφωνο) και πολύ σοβαρό στοχασμό του για την ευθανασία στο «Διπλανό δωμάτιο», ο Πέδρο Αλμοδόβαρ επιστρέφει στα πάτρια εδάφη με τις «Πικρές γιορτές» (Amarga navidad, Ισπανία, 2026) για να εξερευνήσει την παράξενη σχέση που «συνδέει» τη ζωή και την τέχνη. Αυτός ο προβληματισμός δεν είναι πρωτόγνωρος σε ταινία του Αλμοδόβαρ, χώρια που αρκετοί σκηνοθέτες τον έχουν «μελετήσει» με τα δικά τους έργα, από τον Φεντερίκο Φελίνι («Οκτώμισι») και τον Γούντι Αλεν («Ζωντανές αναμνήσεις») μέχρι προσφάτως και τον Αλεχάντρο Γκονζάλεθ Ινιαρίτου («Μπάρντο, το ψευδές χρονικό ενός σωρού αλήθειες»).
Εδώ λοιπόν ο Αλμοδόβαρ πλάθει δύο κόσμους, τον πραγματικό, όπου ένας σεναριογράφος – σκηνοθέτης σε κρίση (Λεονάρντο Σμπαράλια) προσπαθεί να ολοκληρώσει ένα σενάριο που θα σημάνει τη μεγάλη επιστροφή του στα πράγματα, και τον ψεύτικο, την ιστορία που αυτός ο σεναριογράφος φαντάζεται, η οποία έχει δραματουργικό χρόνο το 2004 και στην οποία ο Αλμοδόβαρ επίσης δίνει σάρκα και οστά (ο ήρωας του Σμπαράλια είναι προφανώς alter ego του Αλμοδόβαρ). Μιλάμε κυριολεκτικά για δύο ταινίες στη μορφή της μιας, αλλά δεμένες τόσο δεξιοτεχνικά μεταξύ τους που νομίζεις ότι παρακολουθείς την ίδια ιστορία.
Το γεγονός ότι ο κεντρικός ήρωας «δανείζεται» ιδέες προσώπων που τον περιστοιχίζουν για να τις μεταπλάσει με τον δικό του τρόπο στο έργο του, αναπόφευκτα βάζει τις «Πικρές γιορτές» μέσα σε ένα πλαίσιο ηθικής – τι επιτρέπεται και τι όχι στην τέχνη -, με τον Αλμοδόβαρ να το ευχαριστιέται «παίζοντας» σε δύο ταμπλό. Στο ένα βλέπουμε το υπαρξιακό δράμα, τον συγγραφέα με τις αγωνίες αλλά και τις πονηριές του, και στο άλλο διαδραματίζεται η «ψεύτικη» ιστορία, της φαντασίας, οπότε έχουμε ένα κλασικό «αλμοδοβαρικό» μελόδραμα γυναικών, όπου μια κινηματογραφίστρια (Μπάρμπαρα Λένι) αποφασίζει να αποτραβηχτεί από τη δουλειά και τα οικεία της πρόσωπα προκειμένου να φροντίσει μια άρρωστη φίλη της.
Αυτό που ξεχωρίζει στις «Πικρές γιορτές» είναι πάνω από όλα η απολύτως προσγειωμένη σκηνοθεσία, μια ταινία που διακρίνεται από σκηνοθετική αυστηρότητα κάπως ασυνήθιστη για ταινία του Αλμοδόβαρ, όχι όμως πρωτόγνωρη αν θυμηθούμε στιγμές του όπως το «Μυστικό μου λουλούδι», το «Μίλα της» ή και το «Διπλανό δωμάτιο». Για ταινία του συγκεκριμένου δημιουργού, ίσως να απουσιάζουν οι εντάσεις και το χιούμορ να είναι σαφώς περιορισμένο. Ομως οι «Πικρές γιορτές» δεν παύουν να φέρουν τη σφραγίδα ενός μεγάλου δημιουργού που από τότε που ξεκίνησε δεν έχει πάψει να ωριμάζει, αργά αργά και ήσυχα, με πραγματικά πολύ ωραίο τρόπο, γεγονός που φαίνεται στο ίδιο του το έργο.
Στο δωμάτιο των ενόρκων
Δικαστικό δράμα που μετατρέπεται σε detective story αλλά που κυρίως επιδιώκει να λειτουργήσει σε ένα πιο φιλοσοφικό πλαίσιο εξετάζοντας το βαθύτερο νόημα εννοιών όπως η δικαιοσύνη και η αλήθεια αλλά και το πώς επηρεάζουν την καθημερινότητα και εν τέλει τη ζωή μας, «Η ετυμηγορία» (Re creation, Αγγλία, 2025) του Τζιμ Σέρινταν είναι μια ακαδημαϊκά φτιαγμένη μυθοπλαστική μεταφορά μιας υπόθεσης φόνου που πριν από μερικά χρόνια συγκλόνισε την Ιρλανδία.
Το ερώτημα είναι αν ο κατηγορούμενος για τη δολοφονία της σκηνοθέτριας Σοφί Τοσκάν ντι Πλαντέρ, ο δημοσιογράφος Ιαν Μπέιλι (Κολμ Μίνι), είναι ή όχι ένοχος. Ολη σχεδόν η ταινία είναι περιορισμένη στο δωμάτιο όπου οι δώδεκα ένορκοι καλούνται να πάρουν μια απόφαση και ενώ όλα τα στοιχεία δείχνουν εναντίον του Μπέιλι, μια ένορκος, η ν. 8 (Βίκι Κριπς), έχει αντίθετη γνώμη – περισσότερο από ένστικτο.
Η ταινία δεν κρύβει τη βαθιά επιρροή της από το αριστούργημα του Σίντνεϊ Λουμέτ «Οι δώδεκα ένορκοι» (1958), όπου μια άλλη υπόθεση φόνου προκάλεσε αναταραχή στο δωμάτιο των ενόρκων, με τον Χένρι Φόντα στη θέση της Κριπς (και μάλιστα επίσης ένορκο ν. 8). Ισως το πιο ενδιαφέρον σημείο της ταινίας του Σέρινταν (ο οποίος μάλιστα υποδύεται τον ένορκο που συντονίζει τη διαδικασία) είναι ότι, τελικά, ελάχιστα έχουν αλλάξει από την εποχή των «Δώδεκα ενόρκων» αφού η ανθρώπινη φύση παραμένει η ίδια: η ίδια η έννοια της αμφιβολίας που υπερασπίζεται η ένορκος 8 τίθεται υπό αμφισβήτηση από εκείνους που προτιμούν την επιλογή του «εύκολου», βολικού στόχου, ο οποίος στους καιρούς μας είναι (συνήθως) κατασκεύασμα των media.
Ενδεχομένως η υπόθεση της «Ετυμηγορίας» να είναι λίγο πιο περίπλοκη απ’ όσο τελικά χρειαζόταν, με τον θεατή να χάνεται μέσα σε διάφορες λεπτομέρειες που παρά τη σημασία τους μπερδεύουν την παρακολούθηση. Ομως όλο το κλίμα της ταινίας έχει ουσία και δυναμική σε αυτό που τελικά η ταινία πρεσβεύει.
Ο σώζων εαυτόν σωθήτω
Οπως φαίνεται και από τον ξένο τίτλο της, «Life in a beat», με τον οποίο πρωτοπαίχτηκε στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η ζωή είναι ένας ρυθμός ασταμάτητος και εν τέλει με πολύ άσχημες εκπλήξεις για την εικοσάχρονη Λένα (Ελίνα Τσιορμπατζή), το κεντρικό πρόσωπο της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας της Αμέρισσας Μπάστα «Μικρές ανάσες» (Ελλάδα, 2025). Ωστόσο εκείνη επιμένει να παλεύει με τα ποικίλα μέτωπα εναντίον της – δεν μπορεί εξάλλου να κάνει και διαφορετικά.
Χάος στο σπίτι της, όπου η αλβανίδα θετή μητέρα (Λούλι Μπίτρι) εργάζεται κατ’ οίκον κομμώτρια, την ώρα που ο έλληνας πατέρας (Αντώνης Τσιοτσιόπουλος) είναι αραχτός όλη μέρα στον καναπέ ζώντας από το επίδομα ανεργίας. Υπάρχει και ένας μικρός θετός αδερφός, οπότε άσ’ τα να πάνε. Η Λένα χάνει τη δουλειά της στο σουπερμάρκετ, αλλά τη διεκδικεί ξανά με το επιχείρημα ότι ήταν έγκυος ενώ είχε απολυθεί – άρα κάποιος άλλος θα πρέπει να απολυθεί στη θέση της. Και ας μην μπούμε καλύτερα στο θέμα του κυρίου (Δημήτρης Κίτσος) που έχει επίσης την ευθύνη της εγκυμοσύνης.
Εν ολίγοις, χειρότερα δεν γίνεται σε αυτή την ωμά ρεαλιστική και πολύ δυσάρεστη ταινία «ελληνικής μιζέριας» που αφουγκράζεται την πιο άσχημη πλευρά της εργατικής τάξης στη σύγχρονη αθηναϊκή κοινωνία και λέει ότι τελικά ο σώζων εαυτόν σωθήτω είναι το μόνο σύνθημα που έχει πια σημασία. Η σκηνοθέτρια (στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της) δίνει χώρο στους ηθοποιούς να δουλέψουν με όρεξη τους ρόλους τους – και πράγματι τόσο η Τσιορμπατζή όσο και ο Τσιοτσιόπουλος είναι θαυμάσιοι (οι καλύτερες σκηνές της ταινίας είναι οι αναμεταξύ τους κόντρες).
Ελλάδα σε κρίση x3
Αξιόλογο το πείραμα της κινηματογραφικής εταιρείας Tanweer με την «Ελλάδα 3.0», ήτοι τρεις ταινίες μικρού μήκους στο πακέτο της μιας μεγάλου μήκους με κανονική είσοδο στα σινεμά. Οι τρεις αυτές ταινίες είναι οι «Χους ει και εις χουν απελεύσει» του Δημήτρη Παπαθανάση, «100 χρόνια μπροστά» του Μιχάλη Γιγιντή και «Planet balcony» της Ιωάννας Κρυωνά. Σεναριακά δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, αλλά κοινό χαρακτηριστικό και των τριών είναι ότι μιλούν για μια Ελλάδα σε κρίση, κάτι βεβαίως που συμβαίνει με το 90% των ανεξάρτητων ελληνικών ταινιών, μικρού ή μεγάλου μήκους.
Ολες οι ιστορίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον, όλες ξεκινούν με πολύ καλές προθέσεις, αλλά στην περίπτωση των δύο σού μένει η αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Η πιο ολοκληρωμένη είναι σίγουρα η πρώτη, «Χους ει και εις χουν απελεύσει», μια «μαύρη» ιστορία εκμετάλλευσης και εγκλήματος με φόντο ένα νεκροταφείο όπου κυριαρχεί η διαφθορά. Από τον υπεύθυνο του Δήμου που ορίζει τη χωροταξία των τάφων (με τις ανάλογες μίζες) μέχρι τον ιερέα του κοιμητηρίου, τον οποίο ο πρώτος εκβιάζει. Η θρίλερ διάσταση που ο Παπαθανάσης δίνει στην ταινία ταιριάζει καλά και όταν το φιλμ τελειώνει, το σκέφτεσαι.
Η τρίτη ταινία, «100 χρόνια μπροστά», είναι κάτι σαν χρονολόγιο των πιο χαρακτηριστικών ημερομηνιών στην ιστορία του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες ταυτίζονται με σημαντικούς σταθμούς στη ζωή ενός ανθρώπου (Αντώνης Τσιοτσιόπουλος), που προφανώς έχει ψυχολογικά τραύματα, όπως αντιλαμβανόμαστε, ενώ τις αφηγείται σε έναν καφετζή (Κώστας Φυτίλης). Ο Τσιοτσιόπουλος σε κερδίζει, αλλά το ίδιο το φιλμ σε αφήνει με την αίσθηση του «ε και;». Στο «Planet balcony» μια όμορφη γυναίκα στο διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας θα γίνει εμμονή του απέναντι γείτονα (Γιώργος Χρυσοστόμου), σε μια ταινία που παρακολουθείται ευχάριστα αλλά τελικά δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να πει.
Ζωντανό καρτούν
Παίρνεις αυτό ακριβώς που περιμένεις και αυτό που περίπου φαντάζεσαι από την παιδική περιπέτεια φαντασίας «Κυρίαρχοι του Σύμπαντος» (Masters of the Universe, ΗΠΑ, 2026). Ενα σπαθί που προσφέρει στον κάτοχό του υπερφυσικές ικανότητες βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας, κατά τη διάρκεια της οποίας καλοί ηθοποιοί όπως ο Ιντρις Ελμπα και ο Τζάρεντ Λέτο κάνουν το κέφι τους φορώντας γελοίες πανοπλίες, ουρλιάζοντας και παλεύοντας μεταξύ τους. Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στον πρωταγωνιστή Νίκολας Γκάλιτζιν που θυμίζει τον Μπραντ Πιτ στα νιάτα του με μια ιδέα από τον «ξύλινο» Σαμ Τζόουνς του «Flash Gordon». Ο Γκάλιτζιν υποδύεται τον γαλαξιακό πρίγκιπα Ανταμ που είναι εκπρόσωπος των «καλών» του πλανήτη Ετέρνια, από τον οποίο εξορίστηκε, για να καταλήξει στη Γη, απ’ όπου το ταξίδι της επιστροφής του αρχίζει και πάει λέγοντας…
Επανεκδόσεις
«Thesis» (Tesis, Ισπανία, 1996). Εχοντας ανακαλύψει ένα snuff movie (οι «ταινίες» όπου γίνονται πραγματικοί φόνοι) κατά τη διάρκεια της έρευνάς της για την οπτικοποιημένη βία, μια φοιτήτρια (Ανα Τόρεντ) έρχεται σε επαφή με τον νοσηρό κόσμο των snuff movies σε αυτό το άκρως ενοχλητικό αλλά υποβλητικό θρίλερ που υπήρξε το εντυπωσιακό κινηματογραφικό ντεμπούτο στη μεγάλου μήκους σκηνοθεσία του Αλεχάντρο Αμενάμπαρ («Η θάλασσα μέσα μου», «Οι άλλοι»).
«Ενα τρελό τρελό θηριοτροφείο» (National Lampoon’s Animal House, ΗΠΑ, 1976). Η τρελή κωμωδία του Τζον Λάντις γύρω από τις περιπέτειες μιας αδελφότητας σε αμερικανικό κολέγιο, όπου γίνεται κυριολεκτικά της παλαβής. Πρόκειται για την ταινία που έκανε για πρώτη φορά γνωστό τον σπουδαίο αμερικανό κωμικό Τζον Μπελούσι (1949-1982), ο οποίος με την ασυγκράτητη συμπεριφορά του (εντός και εκτός οθόνης) είναι ο πυρήνας του «κακού» στην ιστορία και η απόλυτη φλόγα της ταινίας.
Κινούμενα σχέδια
«Η Ζόι και τα ζωάκια της» (Evolution, Ισπανία, 2026) των Χούλιο Σότο Γκούρπιδε, Ζάιρα Μουνιόθ Ντομίνγκεθ. Η εξωγήινη απειλή, που είναι και της μόδας τώρα τελευταία, δίνει την έμπνευση για μια ταινία κινουμένων σχεδίων, στην οποία η κόρη μιας επιστήμονος μαζί με τα αγαπημένα της ζώα έρχονται σε επαφή με μια μυστηριώδη ουσία.
«Η φάρμα των ζώων» (Animal Farm, 2026). Πολύ θα θέλαμε να έχουμε δει τι προέκυψε από την τελευταία animation αναπαράσταση του αριστουργήματος του Τζορτζ Οργουελ, αλλά δυστυχώς η εταιρεία διανομής της ταινίας δεν την παρουσίασε στους δημοσιογράφους. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου, πάντως, πρόκειται για «μια παιδική, διασκεδαστική και χαρούμενη προσέγγιση».
Επίσης στις αίθουσες
«Scary movie» (ΗΠΑ, 2026) του Μάικλ Τάιντς. Συνέχεια της παρωδίας των ταινιών τρόμου «Scary movie», γυρισμένη 26 χρόνια μετά την ομότιτλη παρωδία, στην οποία πρωταγωνιστούσαν οι εδώ πρωταγωνιστές (Μάρλον και Σον Γουέιανς, Ανα Φάρις, Ρετζίνα Χολ, Τζον Εϊμπραμς). Επίσης δεν παρουσιάστηκε στους δημοσιογράφους.

- Δημοσκόπηση Metron Analysis στο MEGA: Σταθερή πρωτιά ΝΔ – Πώς τα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού αλλάζουν το πολιτικό τοπίο
- Ολυμπιακός: Αμφίβολος παραμένει ο Ντόρσεϊ ενόψει του Game 2 κόντρα στον Παναθηναϊκό
- Οικογενειακή τραγωδία στα Τρίκαλα: Αποκαλυπτικές μαρτυρίες για το φονικό – «Προμελετημένο έγκλημα» λέει η οικογένεια του θύματος







