Τα τελευταία χρόνια η σχολική πραγματικότητα μοιάζει να μεταβάλλεται ριζικά, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο της διδασκαλίας αλλά κυρίως ως προς τις σχέσεις μέσα στην τάξη. Αυτό που υποχωρεί δεν είναι απλώς η αυστηρότητα ή η πειθαρχία, αλλά το ίδιο το πλαίσιο που επιτρέπει στη μάθηση να πραγματοποιηθεί: η ύπαρξη κανόνων και σαφών ρόλων.
Η σχολική τάξη δεν είναι απλώς ένας χώρος συνάντησης μαθητών και διδασκόντων. Είναι ένα οργανωμένο περιβάλλον, όπου η λειτουργία της βασίζεται στην «τάξη» με την ουσιαστική έννοια: στην ύπαρξη δομής και ευθύνης. Δεν είναι τυχαίο ότι παραδοσιακά ο δάσκαλος κατείχε μια ξεχωριστή θέση, όχι μόνο χωρικά αλλά και συμβολικά. Η θέση αυτή δεν αποτυπώνει μια αυταρχική σχέση, αλλά μια αναγκαία παιδαγωγική διάκριση.
Ωστόσο, η αντίληψη αυτή άρχισε να αποδομείται, όταν η πειθαρχία ταυτίστηκε με την καταπίεση. Σταδιακά, η εξίσωση δασκάλου και μαθητή, στο όνομα της ελευθερίας και της προόδου, οδήγησε σε μια αμφισβήτηση κάθε μορφής αυθεντίας μέσα στην τάξη. Παράλληλα, οι συνεχείς και συχνά αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις – κάθε πολιτειακή αλλαγή επεμβαίνει στην παιδεία για να τη βελτιώσει κατά τον δικό της σωστό τρόπο – δημιούργησαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα χωρίς σταθερό προσανατολισμό.
Γλωσσική αποδυνάμωση στην εποχή των καταγγελιών
Η υποβάθμιση βασικών γνωστικών αντικειμένων, όπως τα Νέα Ελληνικά και η λογοτεχνία, έχει οδηγήσει σε εμφανή γλωσσική φτώχεια. Τα παιδιά παρουσιάζουν αδυναμία σαφούς διατύπωσης και προτιμούν τη λιτή έκφραση, τη συνθηματολογία. Η εκπαίδευση γίνεται ολοένα και πιο τεχνοκρατική και εξειδικευμένη γνώση, σε βάρος της καλλιέργειας της σκέψης και της γλωσσικής επάρκειας. Η λογική της ήσσονος προσπάθειας εδραιώθηκε σταδιακά. Η απλοποίηση της γλώσσας, η υποτίμηση της λογοτεχνίας, η αμφισβήτηση της αξίας των αρχαίων ελληνικών και η σιωπηρή χαλάρωση της αξιολόγησης συνέβαλαν σε μια εκπαίδευση που αποφεύγει τη δυσκολία αντί να τη μετατρέπει σε εργαλείο μάθησης. Οι μαθητές συχνά δεν κατανοούν γιατί πρέπει να κατακτήσουν τη γλώσσα σε βάθος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ένταση: η συστηματική αμφισβήτηση του εκπαιδευτικού από τους γονείς, που συχνά φτάνει μέχρι την καταγγελία. Είναι πολύ συχνές πλέον οι έγγραφες καταγγελίες γονέων κατά εκπαιδευτικών, γεγονός που αντανακλά μια βαθύτερη μεταβολή στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ οικογένειας και σχολείου. Πολλοί γονείς, ευαισθητοποιημένοι –ή και ανήσυχοι– για την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση των παιδιών τους, προβαίνουν σε επίσημες αναφορές καταγγέλλοντας συμπεριφορές που θεωρούν αντιπαιδαγωγικές ή ανάρμοστες, όπως αυστηρότητα που εκλαμβάνεται ως αυταρχισμός, ειρωνεία, απαξιωτικά σχόλια ή αδιαφορία για τις ιδιαίτερες ανάγκες των μαθητών. Από την άλλη πλευρά, οι εκπαιδευτικοί συχνά εκφράζουν την αίσθηση ότι η παιδαγωγική τους αυτονομία περιορίζεται και ότι βρίσκονται διαρκώς υπό επιτήρηση και αμφισβήτηση.
Η βαθμολογία, αντί να λειτουργεί ως εργαλείο αξιολόγησης και ανατροφοδότησης, μετατρέπεται σε πεδίο αντιπαράθεσης. Όταν δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες, ο δάσκαλος δεν θεωρείται αυστηρός αλλά άδικος, όχι απαιτητικός αλλά προβληματικός. Οι γονεϊκές παρεμβάσεις, που σε ορισμένες περιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι δημιουργικές, μετατρέπονται έτσι σε μηχανισμό ελέγχου και πίεσης. Η παιδαγωγική ευθύνη μετατοπίζεται, και η τάξη παύει να είναι χώρος συνεργασίας για να γίνει πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης. Ο εκπαιδευτικός καλείται να λειτουργήσει όχι ως καθοδηγητής, αλλά ως απολογούμενος.
Το αποτέλεσμα είναι διπλά επιζήμιο
Από τη μία, αποδυναμώνεται η ίδια η εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς η επιβολή κανόνων γίνεται δυσχερής. Από την άλλη, οι μαθητές διαμορφώνουν μια στρεβλή αντίληψη για την ευθύνη και την προσπάθεια, μαθαίνοντας ότι κάθε απαίτηση μπορεί να αμφισβητηθεί ή να παρακαμφθεί μέσω πίεσης.
Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, το σχολείο κινδυνεύει να χάσει τον προσανατολισμό του. Η αποκατάσταση του κύρους του δασκάλου δεν είναι ζήτημα νοσταλγίας για το παρελθόν, αλλά προϋπόθεση για τη λειτουργία μιας ουσιαστικής εκπαίδευσης. Χωρίς σεβασμό στον ρόλο του, η τάξη δεν μπορεί να σταθεί και χωρίς τάξη, δεν μπορεί να υπάρξει παιδεία.
Η κρίση δεν περιορίζεται στη γλώσσα ή στο περιεχόμενο των μαθημάτων, αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο του δασκάλου και τη σημασία της παιδείας. Σε ένα περιβάλλον όπου «ο διδάσκων θα κρίνεται» και «ο γονιός θα πρέπει να δείχνεται άξιος της αποστολής του», η ισορροπία μεταξύ ελέγχου και εμπιστοσύνης γίνεται καθοριστική. Αναδεικνύεται η ανάγκη για ουσιαστικό διάλογο, αμοιβαία κατανόηση και σαφή όρια, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η προστασία των παιδιών όσο και η αξιοπρέπεια και το κύρος του εκπαιδευτικού έργου. «Τα σχολεία μας δεν είναι μόνο χώροι γνώσης, αλλά και φυτώρια αξιών» τονίζεται στο μήνυμα της Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για τον εορτασμό της επετείου της 25ης Μαρτίου.
H Δρ Γεωργία Ρογάρη είναι Φιλόλογος, Καθηγήτρια – Σύμβουλος Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου






