Ο μακρύτερος άγριος πύθωνας που έχει καταγραφεί ποτέ εντοπίστηκε στη Νότια Σουλαουέζι της Ινδονησίας, σύμφωνα με επιβεβαίωση από τα Παγκόσμια Ρεκόρ Γκίνες (Guinness World Records). Το ερπετό, είδους reticulated python, αναγνωρίστηκε επίσημα ως το μεγαλύτερο φίδι που έχει μετρηθεί ποτέ στη φύση.
Το θηλυκό φίδι, γνωστό ως Ibu Baron – που στα ινδονησιακά σημαίνει «Η Βαρόνη» – μετρήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 2026 και είχε μήκος 7,22 μέτρα, ενώ ζύγιζε 96,5 κιλά. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι, εάν είχε τραφεί πρόσφατα, το βάρος του θα ξεπερνούσε τα 100 κιλά.
Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση των Παγκόσμιων Ρεκόρ Γκίνες, η Ibu Baron ανήκει σε ένα εξαιρετικά σπάνιο δείγμα. Οι reticulated pythons (Malayopython reticulatus) θεωρούνται τα μακρύτερα φίδια στον κόσμο, με τα περισσότερα άτομα να φτάνουν τα τρία έως έξι μέτρα, ενώ τα θηλυκά είναι συνήθως μεγαλύτερα από τα αρσενικά.
Η τεκμηρίωση του ρεκόρ
Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο ρεκόρ μοναδικό είναι η πλήρης τεκμηρίωση της μέτρησης. Αν και υπάρχουν αναφορές για ακόμη μεγαλύτερα φίδια, όπως ένα 10μετρο δείγμα που φέρεται να σκοτώθηκε στη Σουλαουέζι το 1912, καμία από αυτές δεν συνοδευόταν από αποδεικτικά στοιχεία. Η μέτρηση της 18ης Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκε παρουσία του οδηγού άγριας ζωής Ντίαζ Νουγκράχα και του φωτογράφου Ράντου Φρέντιου, οι οποίοι κατέγραψαν τη διαδικασία με φωτογραφίες και βίντεο.
Η μάχη για τη διάσωσή της
Η επιβίωση της «Βαρόνης» θεωρείται εξαιρετικά σπάνια. Συνήθως, οι τεράστιοι πύθωνες που εντοπίζονται κοντά σε ανθρώπινους οικισμούς στην Ινδονησία θανατώνονται, είτε από φόβο για επιθέσεις είτε λόγω του παράνομου εμπορίου άγριας ζωής.
Ο τοπικός οικολόγος Μπουντί Πουρβάντο απέκτησε την Ibu Baron τον Δεκέμβριο του 2025 από κατοίκους που την είχαν εντοπίσει στην περιοχή Μάρος της Νότιας Σουλαουέζι. Από τότε τη φιλοξενεί σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο μαζί με άλλα διασωθέντα φίδια, σώζοντάς την από τη σφαγή που συνήθως υφίστανται τέτοια ζώα.
«Ένας πύθωνας τόσο μεγάλος θα πλησίαζε πιθανότατα ένα χωριό», δήλωσε ο Φρέντιου στο National Geographic. «Και αν το έκανε, σχεδόν σίγουρα θα σκοτωνόταν».
Η σύγκρουση ανθρώπων και φιδιών στην Ινδονησία εντείνεται καθώς οι φυσικοί οικότοποι συρρικνώνονται. Ο Νουγκράχα εξήγησε ότι οι εμφανίσεις γιγάντιων φιδιών αυξάνονται επειδή μειώνεται η διαθεσιμότητα τροφής και τα ζώα αναγκάζονται να πλησιάζουν ανθρώπινες περιοχές.
Πιθανώς ακόμη μακρύτερη
Η μέτρηση των 7,22 μέτρων πραγματοποιήθηκε με μετροταινία, ακολουθώντας τις φυσικές καμπύλες του σώματος του φιδιού ενώ ήταν ξύπνιο. Σύμφωνα με τους ειδικούς, υπό αναισθησία οι μύες χαλαρώνουν πλήρως, γεγονός που θα μπορούσε να αυξήσει το μήκος κατά περίπου 10%, φτάνοντας τα 7,9 μέτρα. Ωστόσο, η Guinness World Records διευκρινίζει ότι η αναισθησία επιτρέπεται μόνο για λόγους ασφάλειας ή ιατρικής ανάγκης.
Το προηγούμενο μεγαλύτερο καταγεγραμμένο άγριο δείγμα του είδους είχε μήκος 6,95 μέτρα και εντοπίστηκε στο Ανατολικό Καλιμαντάν του Βόρνεο το 1999, σύμφωνα με το επιστημονικό περιοδικό Raffles Bulletin of Zoology.
Ένα ρεκόρ με οικολογική σημασία
Η ομάδα που κατέγραψε τη μέτρηση ελπίζει ότι το ρεκόρ της Ibu Baron θα συμβάλει στην αλλαγή της τοπικής στάσης απέναντι στους πύθωνες. Ο Φρέντιου δήλωσε ότι στόχος είναι να πάψουν να θεωρούνται «επιβλαβή ζώα» και να αναγνωριστούν ως αναπόσπαστο κομμάτι του οικοσυστήματος. Παράλληλα, πρότεινε την ανάπτυξη οικοτουρισμού παρατήρησης ερπετών, που θα μπορούσε να ενισχύσει οικονομικά τις τοπικές κοινότητες.
Ο Νουγκράχα υποστηρίζει την ανάγκη για αυστηρότερη νομοθεσία προστασίας, επισημαίνοντας ότι πρέπει να απαγορεύεται η θανάτωση φιδιών σε προστατευόμενες περιοχές και να διαφυλάσσονται τα δάση που αποτελούν τον φυσικό τους βιότοπο.
Το αν υπάρχουν ακόμη μεγαλύτερα άγρια φίδια παραμένει άγνωστο. «Πιστεύω πως ναι», ανέφερε ο Νουγκράχα. «Είναι ρεαλιστικό να υποθέσουμε ότι υπάρχουν φίδια εννέα μέτρων ή και μεγαλύτερα, πιθανότατα ξανά στην Ινδονησία ή ίσως στη λεκάνη του Αμαζονίου».
Τα προϊστορικά ευρήματα δείχνουν ότι κάποτε υπήρχαν φίδια πολύ μεγαλύτερα από τη «Βαρόνη». Το είδος Titanoboa cerrejonensis πριν από 60 εκατομμύρια χρόνια έφθανε τα 15 μέτρα, ενώ το Vasuki indicus, που περιγράφηκε από απολιθώματα στην Ινδία το 2024, εκτιμάται ότι είχε μήκος έως και 15,2 μέτρα.





