Περισσότερα στοιχεία έγιναν γνωστά για το κύκλωμα παρασκευής και διακίνησης λαθραίων καπνικών προϊόντων, που εξάρθρωσε η ΕΛΑΣ.

Ο Διοικητής της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, Υποστράτηγος Φώτιος Ντουίτσης, παρουσίασε την εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από το 2018 στην παράνομη επεξεργασία καπνού και την παραγωγή και διακίνηση λαθραίων καπνικών προϊόντων, εντός και εκτός Ελλάδας.

Όπως τόνισε, πρόκειται για δομημένο και ιεραρχημένο κύκλωμα με πλήρη βιομηχανική υποδομή, το οποίο διέθετε τρία παράνομα εργοστάσια και έξι αποθήκες σε Αττική, Βοιωτία και Εύβοια, καθώς και οργανωμένο δίκτυο μεταφορών. Η οργάνωση χρησιμοποιούσε σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό, παρήγαγε εκατομμύρια λαθραία τσιγάρα με ψευδείς εμπορικές επωνυμίες και εφάρμοζε εκτεταμένα μέτρα συγκάλυψης, όπως πλαστά έγγραφα, εικονικές εταιρείες, ψεύτικες πινακίδες και τηλεφωνικές συνδέσεις σε στοιχεία τρίτων.

Από τις κατασχεθείσες ποσότητες, οι διαφυγόντες δασμοί εκτιμάται ότι ξεπερνούν τα 7 εκατομμύρια ευρώ, αποτυπώνοντας το μέγεθος της ζημίας για το Δημόσιο. Η έρευνα βασίστηκε σε σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης πληροφοριών και πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με πολλές ελληνικές υπηρεσίες, καθώς και με την EUROPOL και Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, με διασυνοριακή συνδρομή από Πολωνία, Βουλγαρία και Ρουμανία.

Ο κ. Ντουίτσης υπογράμμισε ότι, πέρα από τη δημοσιονομική διάσταση, η υπόθεση αφορά και την προστασία της δημόσιας υγείας, καθώς τα παράνομα καπνικά προϊόντα παράγονται χωρίς ποιοτικό έλεγχο και αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για τους καταναλωτές.

Κλείνοντας, επισήμανε ότι η Ελληνική Αστυνομία διαθέτει τα μέσα και τη διεθνή συνεργασία για την αντιμετώπιση σύνθετων μορφών οργανωμένου εγκλήματος και ευχαρίστησε τα στελέχη που συνέβαλαν στην επιτυχία της επιχείρησης.

Η Εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας, Αστυνόμος Β’ Κωνσταντία Δημογλίδου, παρουσίασε αναλυτικά τα στοιχεία της μεγάλης επιχείρησης για την εξάρθρωση της διεθνικής εγκληματικής οργάνωσης.

Η συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή και το Σάββατο, 6 και 7 Φεβρουαρίου 2026, σε περιοχές της Αττικής, της Στερεάς Ελλάδας, της Εύβοιας και της Μαγνησίας. Συνολικά συνελήφθησαν 26 μέλη της οργάνωσης, ανάμεσά τους και τα δύο αρχηγικά στελέχη. Παράλληλα, στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη 13 άτομα –μεταξύ των οποίων και ένας αστυνομικός– ενώ ερευνάται η εμπλοκή επιπλέον 9 προσώπων.

Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία, κατά περίπτωση, για εγκληματική οργάνωση, παραβάσεις του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, πλαστογραφία, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και προστασίας αρχαιοτήτων, καθώς και συνέργεια σε λαθρεμπορία.

Από την πολύμηνη και εμπεριστατωμένη έρευνα προέκυψε ότι από το 2018 τα δύο αρχηγικά μέλη δρούσαν ως αφανείς καθοδηγητές, λαμβάνοντας αυστηρά μέτρα ασφαλείας και αποφεύγοντας την άμεση εμπλοκή. Κομβικό ρόλο είχε συγκεκριμένο «σημείο συντονισμού», από όπου γινόταν ο επιχειρησιακός σχεδιασμός, η παρακολούθηση των εγκαταστάσεων μέσω καμερών και η επικοινωνία με τη χρήση τηλεφωνικών συνδέσεων σε στοιχεία τρίτων («αχυράνθρωποι»).

Η οργάνωση διέθετε πολυεπίπεδη δομή, με παράνομες μονάδες παραγωγής και επεξεργασίας καπνού, αποθήκες, χώρους παλετοποίησης και οργανωμένο δίκτυο μεταφοράς. Τα τσιγάρα συσκευάζονταν σε πλαστά πακέτα γνωστών εταιρειών και διακινούνταν τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό, κυρίως σε κράτη-μέλη της Ε.Ε., με τη χρήση εικονικών παραστατικών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, οχημάτων με πλαστές πινακίδες.

Για τη συγκάλυψη της δράσης τους χρησιμοποιούσαν πλαστά έγγραφα, εικονικές εταιρείες και ανύπαρκτες φορολογικές οντότητες, ενώ επικοινωνούσαν με κωδικές λέξεις, όπως «κινέζος» και «πορτοκαλί» για οχήματα, «καρούμπαλο» για τις αστυνομικές δυνάμεις και «τσουβάλια» για τους αχυρανθρώπους. Η οικονομική τους δραστηριότητα βασιζόταν κυρίως στη διακίνηση μετρητών, ώστε να αποφεύγεται το τραπεζικό ίχνος. Σε βάθος οκταετίας εκτιμάται ότι κατέβαλαν πάνω από 1,2 εκατ. ευρώ μόνο για μισθώματα χώρων.

Η οικονομική έρευνα αποκάλυψε μεγάλα χρηματικά ποσά, πολύτιμα αντικείμενα, τραπεζικά μέσα του εξωτερικού και χρήση αλλοδαπών λογαριασμών, ενώ διαπιστώθηκε απόκτηση ακίνητης περιουσίας μέσω μετρητών ή προσχηματικών συναλλαγών.

Σε διεθνές επίπεδο, από τον Σεπτέμβριο του 2025 έως σήμερα καταγράφηκαν τουλάχιστον 15 αποστολές λαθραίων τσιγάρων. Η συνολική ζημία για το Δημόσιο από τις συγκεκριμένες παραδόσεις ανέρχεται σε περίπου 1,5 εκατ. ευρώ, ενώ οι διαφυγόντες φόροι και δασμοί από τις κατασχεθείσες ποσότητες ξεπερνούν τα 7 εκατ. ευρώ.

Κατά τις έρευνες εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν τρεις πλήρως εξοπλισμένες γραμμές παραγωγής, περισσότερα από 14,4 εκατομμύρια τσιγάρα, 20 τόνοι καπνού, χρηματικά ποσά άνω του 1,2 εκατ. ευρώ σε διάφορα νομίσματα, χρυσές λίρες, βαρύς οπλισμός και πυρομαχικά, 190 κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικός εξοπλισμός, 27 οχήματα και φορτηγά, ρολόγια μεγάλης αξίας, πλήθος πρώτων υλών και εικονικά παραστατικά μεταφοράς.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.