• Το φονικό πέρασμα της κακοκαιρίας ανέδειξε χρόνιες αδυναμίες στον σχεδιασμό πρόληψης φυσικών κινδύνων στην Ελλάδα.
  • Ειδικοί προειδοποιούν για τον κίνδυνο επανάληψης παρόμοιων ακραίων καιρικών φαινομένων
  • Οι τρεις αιτίες του κατακλυσμού

Το καταστροφικό, φονικό πέρασμα της κακοκαιρίας από τη Γλυφάδα και τη Βάρη, έφερε ξανά στο προσκήνιο χρόνιες αδυναμίες της χώρας στον σχεδιασμό πρόληψης φυσικών κινδύνων. Παράλληλα, ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την επανάληψη παρόμοιων φαινομένων.

Να σημειωθεί οτι δύο ανθρώπινες ζωές χάθηκαν: Μια 55χρονη γυναίκα στην Άνω Γλυφάδα και ένας Λιμενικός στο Παράλιο Άστρος ήταν τα θύματα των ακραίων φαινομένων, τα οποία επιβεβαίωσαν πλήρως τον Δείκτη Επικινδυνότητας Κατηγορίας 5.

«Το φαινόμενο θα μπορούσε να είχε αποφευχθει αν υπήρχε φράγμα»

Η καταστροφική λαίλαπα που χτύπησε τη Γλυφάδα θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί αν υπήρχαν φράγματα ανάσχεσης, υποστήριξε μιλώντας στα tanea.gr ο Μιχάλης Διακάκης, Επίκουρος καθηγητης Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να δούμε και άλλα τέτοια ακραία φαινόμενα στο μέλλον.

Υπενθυμίζεται ότι μία 56χρονη γυναίκα μητέρα ενός παιδιού έχασε τη ζωή της στη Γλυφάδα όταν προσπαθώντας να επιστρέψει στο σπίτι της παρασύρθηκε από τα ορμητικά νερά και εγκλωβίστηκε κάτω από αυτοκίνητο.

Ο κ. Διακάκης μιλώντας στο tanea.gr εξήγησε ότι «στην ευρύτερη περιοχή του Λεκανοπεδίου είχαμε βροχόπτωση από 100 έως 170 χιλιοστά, ανάλογα με την περιοχή. Στην περιοχή της Βούλας και της Γλυφάδας είχαμε περίπου 130 με 140 χιλιοστά βροχής, που σημαίνει 140 τόνοι ανά στρέμμα». 

Τα ορμητικά νερά που κατέβηκαν από τους γύρω ορεινούς όγκους δεν έφεραν μόνο πλημμύρες, αλλά και τεράστιες ποσότητες φερτών υλικών — λάσπη, πέτρες, κορμούς δέντρων και συντρίμμια — που μετατράπηκαν σε παγίδες θανάτου μέσα στον αστικό ιστό. Οι δρόμοι θάφτηκαν σε λίγα λεπτά, αυτοκίνητα αναποδογύρισαν, ενώ άνθρωποι εγκλωβίστηκαν χωρίς διέξοδο, καθώς η δύναμη του νερού παρέσυρε ό,τι έβρισκε στο πέρασμά της, δημιουργώντας σκηνές χάους και απόγνωσης σε γειτονιές της Αττικής.

«Η ραγδαιότητα της χθεσινής βροχής ήταν τόσο μεγάλη που δημιούργησε ένα πολύ μεγάλο φαινόμενο διάβρωσης και απορροής, με αποτέλεσμα εκτός από τα νερά να έχουμε πολλά φερτά υλικά μέσα στον αστικό ιστό», ανεφερε χαρακτηριστικά ο κ. Διακάκης.

Στο κρίσιμο ερώτημα αν αυτή η εικόνα καταστροφής μπορούσε να είχε αποτραπεί, η απάντησή του κ. Διακάκη είναι σαφής: «Υπάρχει μια σημαντική δυσκολία γύρω από το Λεκανοπέδιο και κυρίως στις παρυφές του Υμηττού, της Πεντέλης και της Πάρνηθας να ελέγξουμε τα φαινόμενα διάβρωσης και στερεοπαροχής. Εκείνο που μπορεί να γίνει, κατά περίπτωση, είναι η ανάπτυξη φραγμάτων ανάσχεσης της ροής, τα οποία βοηθούν στη συγκράτηση των φερτών υλικών και των υδάτων που κατεβαίνουν προς τα κάτω».

Ο κ. Διακάκης προειδοποίησε επίσης ότι παρόμοια επεισόδια μπορεί να επαναληφθούν, τονίζοντας πως «τα ακραία φαινόμενα γίνονται ολοένα και πιο συχνά, άρα είναι πιθανό να ξαναδούμε κάτι τέτοιο στην Αθήνα και μάλιστα σε κοντινή χρονική στιγμή» Και προσέθεσε ότι «θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όλα τα εργαλεία που έχουμε — από την ενημέρωση του κόσμου και τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης μέχρι δομικά έργα στον άνω ρου των λεκανών, στο βουνό δηλαδή, που μπορούν να συγκρατήσουν ένα μέρος της ροής. Από εδώ και πέρα, σε όλους τους ορεινούς όγκους της Αττικής, ιδιαίτερα λόγω των δασικών πυρκαγιών των τελευταίων καλοκαιριών, πρέπει να προτεραιοποιήσουμε τη συγκράτηση των υδάτων και των φερτών υλικών μέσα από την ανάπτυξη φραγμάτων ανάσχεσης της ροής».

Οι τρεις αιτίες του κατακλυσμού από τους επιστήμονες του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών

Οι επιστήμονες του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών αναλύουν τα αίτια και εντοπίζουν τρεις κύριους παράγοντες για την ένταση και τις συνέπειες των φαινομένων, κυρίως στα νότια προάστια της Αθήνας: τον ακραίο όγκο βροχής, τις ανεπαρκείς υποδομές και τις πληγές που άφησαν οι πυρκαγιές στον Υμηττό.

  • Η «συνταγή» της πλημμύρας: Το 30% της ετήσιας βροχής σε λίγες ώρες

Ο Κώστας Λαγουβάρδος, Μετεωρολόγος και Διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, περιέγραψε μιλόντας στο Orange Press Agency το χρονικό της κακοκαιρίας, τονίζοντας ότι όλα εξελίχθηκαν όπως είχαν προβλεφθεί.

«Επιβεβαιώθηκαν οι προγνώσεις που μιλούσαν για έντονα επεισόδια, κυρίως στην Αττική. Να πούμε ότι στην Αττική είχαμε δύο φάσεις κακοκαιρίας. Η πρώτη, που ήταν πρωινές-προμεσημβρινές ώρες, με πιο ήπια φαινόμενα, αρκετά μεγάλα ύψη βροχής όμως, τα οποία επίσης άρχισαν να δημιουργούν το υπόβαθρο, δηλαδή κάποιες μικρές πλημμύρες και νερό συσσωρευμένο στο έδαφος» λέει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η δεύτερη φάση ήταν και η πιο καταστροφική: «Και μετά ήρθε το πιο έντονο, η δεύτερη φάση της κακοκαιρίας, με την έντονη καταιγιδοφόρο δραστηριότητα, που σημαίνει μεγάλα ύψη βροχής σε μικρό χρονικό διάστημα… Οι οποίες κάθισαν δύο με τρεις ώρες και έδωσαν πολύ μεγάλα ύψη βροχής».

Τα δεδομένα των μετεωρολογικών σταθμών είναι χαρακτηριστικά. «Καταγράψαμε εντυπωσιακά ύψη βροχής για την Αττική. Σε πολλούς σταθμούς ξεπεράστηκαν τα 100 χιλιοστά. Φτάσαμε στου Παπάγου 170 χιλιοστά, στην Ανατολική Αττική 120-130 χιλιοστά μέσα σε μία ημέρα. Είναι περίπου το 30% της ετήσιας βροχής».

  • Μια πόλη «αθωράκιστη» απέναντι στα ακραία φαινόμενα

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά την αντοχή των αστικών υποδομών. Ο κ. Λαγουβάρδος χαρακτήρισε την Αθήνα εξαιρετικά ευάλωτη σε ακραίες βροχοπτώσεις.

«Σε μία μεγάλη πόλη όπως είναι η Αθήνα, που έχει και πρόβλημα προφανώς πολλών υποδομών, το αποτέλεσμα είναι αυτό που είδαμε και δυστυχώς είχαμε και μία απώλεια ανθρώπινης ζωής. Σίγουρα βοήθησε λίγο και η προετοιμασία και η ειδοποίηση που είχε δοθεί. Αλλά αυτό δείχνει το πόσο προβληματική είναι η Αθήνα και πόσο ευάλωτη είναι στα έντονα καιρικά γεγονότα».

Παράλληλα, προειδοποίησε για την κλιματική επιδείνωση των φαινομένων, κάνοντας σύγκριση με τις πλημμύρες στη Θεσσαλία. «Λόγω της κλιματικής αλλαγής τα έντονα καιρικά γεγονότα γίνονται ακόμα πιο έντονα… Δεν θέλει κανένας να σκεφτεί τι θα γινόταν στην Αθήνα αν έπεφταν οι βροχές που είδαμε στη Θεσσαλία τον Σεπτέμβριο του ’23».

  • Η «εκδίκηση» του καμένου Υμηττού

Η τρίτη αιτία συνδέεται με την κατάσταση στον Υμηττό και τις πρόσφατες πυρκαγιές. Ο Θοδωρής Γιάνναρος, Πυρομετεωρολόγος και Κύριος Ερευνητής στο Εθνικό Αστεροσκοπείο, εξήγησε ότι η απώλεια βλάστησης οδήγησε σε κατολισθήσεις και φερτά υλικά που κατέκλυσαν την Άνω Γλυφάδα.

«Είναι δεδομένο ότι συνδέεται το χθεσινό κατολισθητικό φαινόμενο και με τις πυρκαγιές οι οποίες έχουν πλήξει τα τελευταία χρόνια την περιοχή του Υμηττού. Διότι όταν χάνεται η βλάστηση από έναν μεγάλο ορεινό όγκο, χάνεται η ικανότητα που έχουμε να συγκρατείται το έδαφος…».

Ο ερευνητής τόνισε ακόμη τη σημασία της διατήρησης των καμένων κορμών ως φυσικού αναχώματος. «Ακόμη και μετά από μεγάλες δασικές πυρκαγιές, συνίσταται σε κάποιες περιπτώσεις οι καμένοι κορμοί των δέντρων να παραμένουν, διότι συγκρατούνε το έδαφος λόγω του ριζικού συστήματος που εξακολουθεί να υπάρχει».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.