Το εμβληματικό έργο του Ιρλανδού Νομπελίστα Σάμιουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» σε σκηνοθεσία Έλενας Μαυρίδου, μετά τον επιτυχημένο πρώτο κύκλο παραστάσεων, επιστρέφει στο θέατρο Χώρος (Πραβίου 6, Βοτανικός, Τηλ.: 210-3426736, είσοδος 12-15 ευρώ)  με ανανεωμένη διανομή.

Τώρα, τους πρωταγωνιστικούς ρόλους αναλαμβάνουν οι Γιάννης Κατσιμίχας, Δήμητρα Κούζα, Γιάννης Λεάκος, Έκτορας Λιάτσος, Μιχάλης Μιχαλακίδης και Φωτεινή Μποστανίτη.

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη έως 28 Μαΐου ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν ονειρεύονται περιμένοντας κάποιον κύριο Γκοντό. Λίγο παραπέρα, κι άλλοι Βλαδίμηροι και Εστραγκόν, παραλλαγές του εαυτού τους. Όλοι κινούνται μέσα σ’ ένα τετράγωνο προκαλώντας την αίσθηση ότι στη θέση τους θα μπορούσαν να είναι κάποιοι άλλοι, οποιοιδήποτε άλλοι, όλοι όσοι έγιναν κατά καιρούς στη ζωή τους, όλοι όσοι θα μπορούσαν να γίνουν και δεν έγιναν ποτέ. Όλα τα πρόσωπα και προσωπεία του εαυτού τους. Το δέντρο, όμως, το σημείο συνάντησης του πιο διάσημου θεατρικού ραντεβού, δεν υπάρχει πια. Στη θέση του δέντρου έχει μείνει μόνο μια δεσμίδα φωτός. Μα πότε θα έρθει, επιτέλους, ο Γκοντό να τους σώσει;

Ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του Θεάτρου του Παραλόγου, μια «τραγικωμωδία σε δυο πράξεις», όπως τη χαρακτήρισε ο ίδιος ο Μπέκετ, το «Περιμένοντας τον Γκοντό» αποτελεί ένα αριστούργημα της σύγχρονης δραματουργίας. Παρά τις διαφορετικές ερμηνείες που το συνέδεσαν με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ και του Γιουνγκ, τον Ψυχρό Πόλεμο, τον Υπαρξισμό, ακόμη και με τον Χριστιανισμό, το έργο παραμένει μια διαχρονική παραβολή για την τάση του ανθρώπου να περιμένει πάντοτε την έξωθεν σωτηρία. Όπως, άλλωστε, υποστήριζε κι ο ίδιος ο Μπέκετ, το νόημα του έργου βρίσκεται στο Περιμένοντας και όχι στον ίδιο τον Γκοντό, την ταυτότητα του οποίου δε γνώριζε ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας.

Η Δήμητρα Κούζα μιλάει στα «Νέα» για το ρόλο της, την τάση του ανθρώπου να ψάχνει σωτήρες και την δική της ταυτότητα στον Γκοντό.

 

  • Πώς χειρίζεστε το ρόλο σας;

Σε αυτήν την παράσταση έχω να διαχειριστώ δύο ρόλους. Από τη μια, είναι ο κεντρικός χαρακτήρας τον οποίο καλύπτει ένα μυστήριο. Aυτός είναι που κινεί την παράσταση, σε διάφορες περιπτώσεις την διακόπτει και τη συνεχίζει, χωρίς όμως να είναι ορατός στους υπόλοιπους χαρακτήρες. Βρίσκεται εκεί σαν ένας παρατηρητής και ρυθμιστής των γεγονότων. Η ιδιαιτερότητα αυτού του ρόλου βρίσκεται στην απουσία άμεσης αλληλεπίδρασης με τους άλλους χαρακτήρες μέσω π.χ. ενός διαλόγου.

Για να μπω περισσότερο σ’ αυτό τον ρόλο χρειάστηκε να αποστασιοποιηθώ συναισθηματικά από αυτά που συμβαίνουν στους δύο βασικούς χαρακτήρες και να το αντιμετωπίσω σαν ένας απλός παρατηρητής που ενδεχομένως όλα αυτά να του φαίνονται αστεία ή απλά πράγματα που κάνει για να περνάει την ώρα του.

Και από την άλλη, υπάρχει ο χαρακτήρας του Λάκυ που έχει διπλή φύση. Αφενός, είναι ένα παθητικό ον το οποίο είναι σκλαβωμένο και άβουλο, περιφέρεται υπηρετώντας τον Πότζο και είναι δεκτικός σε κάθε τι που θα ικανοποιήσει τον εξουσιαστή του. Αφετέρου, έχει μια στιγμή όπου ξεσπάει μονολογώντας ακατάπαυστα χωρίς να βγάζουν νόημα τα λεγόμενά του.

Αυτή η αλλαγή γίνεται μέσω της χρήσης μάσκας, όπου μεταμορφώνει τον χαρακτήρα από άβουλο, σιωπηλό ον σε κάποιον που εξωτερικεύει τις σκέψεις του μέσα σε ένα παραλήρημα λεκτικό και σωματικό.

 

  • Τι προκλήσεις αντιμετωπίζετε στην παράσταση;

Η πρόκληση βρίσκεται ακριβώς στο πέρασμα από τον έναν ρόλο στον άλλον και στις αντιθέσεις που παρουσιάζουν μεταξύ τους. Όσον αφορά τον Λάκυ στον θεατή μοιάζει σαν να γυρνάει ξαφνικά κάποιος έναν διακόπτη, αλλά εγώ εσωτερικά πρέπει να παραμείνω ενεργοποιημένη σωματικά καθ’ όλη τη διάρκεια των ρόλων, έτσι ώστε, όταν έρθει η στιγμή του μονολόγου του, ο λόγος να προκύπτει οργανικά.

 

  • Η τάση του ανθρώπου να περιμένει την έξωθεν σωτηρία, πώς γίνεται τελικά για τους πρωταγωνιστές η καταδίκη τους;

Δεν είμαστε σίγουροι ότι πρόκειται για καταδίκη. Γιατί ενώ υπάρχουν στιγμές όπου φαίνονται απελπισμένοι και ότι σκυλοβαριούνται αλύπητα, την επόμενη στιγμή αυτή η ίδια η αναμονή είναι που τους ενεργοποιεί, ώστε να εφευρίσκουν κάτι για να περάσουν την ώρα τους. Επίσης, έχουν ο ένας τον άλλον κάτι που είναι από τα πιο ελπιδοφόρα μηνύματα του έργου.

 

  • Αν μπορούσατε μέσα στην παράσταση να δώσετε μια ταυτότητα στον Γκοντό, τι στοιχεία θα του αποδίδατε;

Η εικόνα του Γκοντό παραμένει ασαφής παρόλο που σε όλο το έργο οι βασικοί ήρωες αναφέρονται συνέχεια σε αυτόν. Μια πιθανή ύπαρξη του υποννοείται μόνο μέσα από τον Βλαδίμηρο και τον Εστραγκόν, οι οποίοι αναμένουν την άφιξη του. Για τον Βλαδίμηρο μπορεί να είναι ένα φιλοσοφικό κείμενο που δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα περί ύπαρξης. Για τον Εστραγκόν ο Γκοντό μπορεί να είναι ένα κιβώτιο γεμάτο καρότα!

Για μένα ο Γκοντό στην παράσταση είναι η φιλία ανάμεσα στους δύο βασικούς ήρωες. Ότι ο ένας συμπληρώνει τον άλλον και ο Γκοντό μπορεί να μην εμφανίζεται ποτέ, αλλά αυτοί δεν είναι μόνοι τους, έχουν ο ένας τον άλλον.

  • Ανάγοντας την παράσταση στην πραγματικότητα, ο Γκοντό ποιος θα μπορούσε να είναι που τον περιμένουν όλοι για να τους σώσει;

Μια κυβέρνηση, η πίστη σ’ έναν Θεό, η πίστη σε κάποιον άνθρωπο, σε μια ιδέα, το Τζόκερ!

  • Στη ζωή μας, θεωρείτε ότι υπάρχουν στιγμές που γινόμαστε όλοι λίγο πολύ ένας Βλαδίμηρος ή Εστραγκόν;

Αυτή είναι η φύση των πραγμάτων. Αυτή είναι η φύση του ανθρώπου. Άλλωστε αυτό συμβολίζουν ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν, τον άνθρωπο και τη συμπεριφορά του. Πολύ συχνά περιμένουμε κάποιον να μας βγάλει από το μαρτύριο μας, να δώσει τη λύση στο πρόβλημα μας.

Και άλλες φορές οι δικές μας ενέργειες μπορεί να είναι Γκοντό για κάποιον άλλον Βλαδίμηρο ή Εστραγκόν.