Τι κοινό μπορεί να έχει ο Ντόναλντ Τραμπ, ο λαϊκιστής μεγιστάνας που έχει πλέον μπει στην τελική ευθεία για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ, με τον Αλέν Ζιπέ, τον καθ' όλα σεβαστό υποψήφιο για το χρίσμα της γαλλικής Δεξιάς, ή και τον Ζαν-Λικ Μελανσόν, τον επικεφαλής της γαλλικής ριζοσπαστικής Αριστεράς; Πέρα από τον προεδρικό μαραθώνιο στον οποίο τρέχουν, έχουν βάλει και οι τρεις όλα τα αβγά τους στο ίδιο ψηφιακό καλάθι: την αμερικανική πλατφόρμα NationBuilder. Ενα πολυεργαλείο «όλα σε ένα» που διαχειρίζεται ταυτόχρονα τον ιστότοπο της προεκλογικής καμπάνιας, τη διαδικτυακή συγκέντρωση δωρεών, την οργάνωση των εθελοντών και τα σόσιαλ μίντια.
Είναι η εφαρμογή στο πολιτικό πεδίο αυτών που αποκαλούνται στην αργκό του Παγκόσμιου Ιστού συστήματα «διαχείρισης περιεχομένου» και «διαχείρισης πελατειακών σχέσεων». «Ενα λογισμικό-θαύμα», όπως το χαρακτήρισε πρόσφατα (εντάξει, βάζοντας και ένα ερωτηματικό) η γαλλική «Λιμπερασιόν». Και οι χρήστες του δεν περιορίζονται στους προαναφερθέντες. Την αρωγή της NationBuilder είχαν επιστρατεύσει πέρυσι και άλλοι (ατυχείς) Ρεπουμπλικανοί, όπως ο Τζεμπ Μπους και ο Ρικ Σαντόρουμ. Η πλατφόρμα κάνει όμως θραύση και στους συνονόματους των Ρεπουμπλικανών στη Γαλλία, τη γαλλική Δεξιά: το κόμμα υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με την αμερικανική εταιρεία τον Μάιο του 2015 και την πλατφόρμα αξιοποιούν καθημερινά τόσο ο Αλέν Ζιπέ όσο και ο Φρανσουά Φιγιόν, ο Μπρινό Λεμέρ και η Ναταλί Κοσιουσκό-Μοριζέ. Πελάτης της είναι, στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, και ο Μελανσόν∙ όπως επίσης, στην άλλη πλευρά της Μάγχης, τόσο οι Εργατικοί όσο και οι Τόρις, καθώς επίσης οι σκωτσέζοι και ουαλοί οπαδοί της ανεξαρτησίας.
Το πολιτικό μάρκετινγκ
Στις ΗΠΑ, η NationBuilder μοιράζεται την πρώτη θέση στη μαρκίζα με την Blue Star Digital, αρχιτέκτονα των προεκλογικών εκστρατειών του Μπαράκ Ομπάμα, και την NGP VAN, εκλεκτή της Χίλαρι Κλίντον και του Μπέρνι Σάντερς. Τον δρόμο τον έδειξε φυσικά ο Ομπάμα. Εκείνος ήταν που κατέδειξε πρώτος, το 2008, τη σημασία μιας σθεναρής ψηφιακής στρατηγικής. Σύμφωνα ωστόσο με το Bloomberg, «στον κόσμο της λιανικής πολιτικής η NationBuilder έχει γίνει από όταν ιδρύθηκε, το 2009, μια μεγάλη δύναμη εκδημοκρατισμού». Ο Ομπάμα χρειάστηκε «ένα δισ. δολάρια και μια στρατιά από μηχανικούς» για να μετατρέψει τα big data σε όπλο κινητοποίησης εκατομμυρίων πολιτών.
Η πλατφόρμα NationBuilder, πάλι, είναι άμεσα διαθέσιμη, προσαρμόζεται στις ανάγκες της κάθε καμπάνιας και αυτοματοποιεί τη διαδικασία προσέγγισης των ψηφοφόρων με πολύ λίγα χρήματα. Στόχος της δεν είναι μόνο η κινητοποίηση εθελοντών και (δεδομένων ή πιθανών) ψηφοφόρων, αλλά και η αυτοοργάνωση. Κάποιοι διαμαρτύρονται ότι πλατφόρμες όπως αυτή αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις προεκλογικές εκστρατείες, δημιουργώντας την εικόνα μιας πολιτικής αγοράς όπου ο ψηφοφόρος είναι ένας καταναλωτής και ο υποψήφιος ένα προϊόν. Αλλοι επισημαίνουν πως τα λογισμικά δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα της απαξίωσης της πολιτικής, πως η ανανέωση της δημοκρατικής συζήτησης πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Αυτό το τελευταίο είναι βέβαιο. Ενδεχομένως να ισχύει και το πρώτο - αλλά αυτή είναι η εποχή, αυτοί και οι κανόνες της.
Ο Ιησούς και το Ιντερνετ
Σε κάθε περίπτωση, πίσω από τη NationBuilder βρίσκεται ένας Αμερικανός που έχει υπογράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Το Ιντερνετ είναι η θρησκεία μου» και θεωρεί πως «το Ιντερνετ μπορεί να μας σώσει από τον εαυτό μας». Ο Τζιμ Γκίλιαμ πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας στο Σαν Χοσέ, ο πατέρας του εργαζόταν εκεί ως μηχανικός λογισμικού για την IBM. Οι γονείς του ήταν χριστιανοί φονταμενταλιστές, μέλη μιας τοπικής εκκλησίας που συνδεόταν με το Ηθικό Πλεονέκτημα, την οργάνωση του φονταμενταλιστή ιεροκήρυκα - επονομαζόμενου και «αγιατολάχ της ευαγγελικής Δεξιάς» - Τζέρι Φάλγουελ. Στα 12 χρόνια του, ο Γκίλιαμ άκουγε τον Φάλγουελ στο ραδιόφωνο και πήγαινε στην εκκλησία τρεις φορές την εβδομάδα.
«Μεγαλώνοντας, είχα δύο αγάπες: τον Ιησού και το Ιντερνετ» θα έλεγε αργότερα. Διότι απέκτησε από πολύ μικρός πάθος και για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οταν ο πατέρας του έφερε σπίτι ένα από τα πρώτα PC IBM με μόντεμ, ο Γκίλιαμ ανακάλυψε έναν νέο κόσμο. Γράφτηκε στο Liberty University του Φάλγουελ στο Λίντσμπεργκ της Βιρτζίνια, σχεδίασε εκεί την πρώτη του ιστοσελίδα.
Επειτα, οι γιατροί ανακάλυψαν πως είχε λέμφωμα μη Hodgkin. Δύο εβδομάδες αφότου ξεκίνησε χημειοθεραπεία, διαγνώσθηκε και η μητέρα του με καρκίνο. Εκείνος τα κατάφερε, εκείνη όχι, και ο Γκίλιαμ παράτησε το Liberty προκειμένου να εργαστεί για μια start-up στη Βοστώνη. Περίπου έξι μήνες αργότερα, διαγνώσθηκε με λευχαιμία∙ υποβλήθηκε με επιτυχία σε μεταμόσχευση μυελού των οστών.
Το 1998 ο Γκίλιαμ έπιασε δουλειά στη μηχανή αναζήτησης Lycos και δύο χρόνια αργότερα προσελήφθη από μια άλλη ιντερνετική εταιρεία, την Business.com. Εγραψε τον κεντρικό της κώδικα μέσα σε 17 ημέρες. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ωστόσο, τα ενδιαφέροντά του μετατοπίστηκαν. Εξοργισμένος με την εισβολή στο Ιράκ, αποφάσισε να αλλάξει καριέρα όταν άκουσε πως ο ντοκιμαντερίστας Ρόμπερτ Γκρίνγουολντ αναζητούσε έναν ερευνητή για ένα φιλμ με θέμα τον πόλεμο. Ο Γκίλιαμ έστειλε στον Γκρίνγουολντ ένα e-mail, προσελήφθη, και πολύ σύντομα ξεδίπλωσε όλα του τα ταλέντα στην οργάνωση μέσω Ιντερνετ, δημιουργώντας εργαλεία που επέτρεπαν στον κόσμο να προγραμματίζει προβολές κατ' οίκον και να συγκεντρώνει χρήματα για διάφορα πρότζεκτ. Το 2005, όταν ο Γκρίνγουολντ υπέγραψε ένα ανεξάρτητο φιλμ με θέμα τις εργασιακές πρακτικές της Walmart, η αλυσίδα καταστημάτων αναγκάστηκε να προσλάβει μια εταιρεία ειδικευόμενη στη διαχείριση κρίσεων.
Η πληροφορία είναι δύναμη
Τρία χρόνια και ακόμη μία σοβαρή περιπέτεια της υγείας του αργότερα, στα τέλη του 2008, την περίοδο που η καμπάνια του Ομπάμα αποδείκνυε τι μπορούσε να κάνει η τεχνολογία για την πολιτική, ο Γκίλιαμ άρχισε να γράφει τον κώδικα για αυτό που στη συνέχεια έγινε η NationBuilder. Μια φίλη του, η Ρέσμα Σαουτζάνι, που είχε θέσει υποψηφιότητα το 2010 για το Κογκρέσο στη Νέα Υόρκη, λειτούργησε ως «πειραματόζωο». Ο Γκίλιαμ τής έστησε δωρεάν μια βάση δεδομένων. Ενα εργαλείο προσέλκυσης διαδικτυακών δωρεών που έφτιαξε απλοποίησε τον τρόπο με τον οποίο μπορούσε να συνεισφέρει online χρήματα ο κόσμος∙ ένα άλλο εργαλείο επέτρεπε στους οπαδούς της Σαουτζάνι να διοργανώνουν events - και ένα τρίτο διευκόλυνε την επικοινωνία των «κεντρικών» με τους εθελοντές.
Η Σαουτζάνι τελικά έχασε. Αλλά από τότε η πλατφόρμα NationBuilder εξελίχθηκε, βρήκε χρηματοδότες και έφτασε να αριθμεί σήμερα «7.000 πελάτες σε 98 χώρες» - όχι μόνο πολιτικούς και κόμματα, αλλά και επιχειρήσεις όπως η AirBnB ή ΜΚΟ όπως η Διεθνής Αμνηστία. Η μηνιαία συνδρομή στην πλατφόρμα ξεκινά από τα 29 δολάρια για μαζική αποστολή e-mail και παρακολούθηση (tracking) των σόσιαλ μίντια. Οι βερσιόν του λογισμικού που συγχρονίζουν πιστωτικές βάσεις δεδομένων και δεδομένα καταναλωτών - τα εισοδήματα των ψηφοφόρων, σε ποια περιοδικά ή εφημερίδες είναι συνδρομητές, τι αυτοκίνητα οδηγούν κ.ά. - φτάνουν και ξεπερνούν τα 5.000 δολάρια. «Πριν έρθουμε εμείς», λέει ο Γκίλιαμ, «χρειαζόσουν τουλάχιστον 10.000 δολάρια ως αρχή για αυτό που προσφέρουμε εμείς με 29 δολάρια τον μήνα». Ο μεγαλύτερος πελάτης του ξοδεύει μισό εκατομμύριο τον χρόνο ετησίως. Ποιος είναι, δεν το αποκαλύπτει. Πρόθυμα ωστόσο εκφράζει τον εκνευρισμό που του προκαλεί η κριτική όσον αφορά το ποιόν ορισμένων από τους πολιτικούς με τους οποίους συνεργάζεται. «Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ο πρώτος χρήστης του NationBuilder με τον οποίο διαφωνώ» λέει. «Πιθανώς να διαφωνώ με τους περισσότερους πελάτες μας. Αλλά αυτό είναι το νόημα της δημοκρατίας».
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από