Καταιγιστικός και πάλι, ο συγγραφέας του περίφημου «Trainspotting» μας μεταφέρει στο ‘80 και στην αναδρομική αποτίμηση της νεανικής ιστορίας των ηρώων του. Το τραχύ, ποιητικό, ξεκαρδιστικό σίκουελ αποδεικνύεται ανώτερο του αρχικού βιβλίου: ένα πραγματικό επίτευγμα

Γεννημένοι σε μια γειτονιά του Εδιμβούργου, οι τέσσερις κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου μπορεί να μην τα έχουν όλα, αλλά επωφελούνται του αναπτυξιακού μπουμ της εποχής και της σχετικής ασφάλειας που παρέχει ακόμη στις αρχές της δεκαετίας του '80 το κράτος πρόνοιας στη βρετανική του εκδοχή. Αν και γόνοι οικογενειών που ανήκουν στην ευρύτερη εργατική τάξη, ανήκουν σε μια κοινωνία πλήρους απασχόλησης, με πανίσχυρα συνδικάτα, με εργαζόμενους γονείς στον βιομηχανικό τομέα, έχοντας μπροστά τους τη σιγουριά μιας ζωής όπου το μεροκάματο θα πέφτει κανονικά, όπου θα κάνουν κάποτε και οι ίδιοι οικογένεια και όπου η διέξοδος της παμπ και το απαραίτητο άγριο μεθύσι του Σαββατοκύριακου συν οι απαραίτητες ετήσιες διακοπές κάπου στην Ισπανία θα αποτελούν τη μοναδική, πλην ευπρόσδεκτη προοπτική.

Ομως κάτι ήδη αλλάζει δραστικά στην αγγλική και τη σκωτσέζικη κοινωνία αλλά και ευρύτερα στον δυτικό κόσμο. Η παραγωγικότητα πέφτει δραματικά, οι κοινωνικές δαπάνες απειλούν το κεντρικό κράτος με χρεοκοπία, η εργασιακή ασφάλεια οδηγεί συχνά σε απάθεια, ανευθυνότητα και κοπάνες, ενώ η πρωτοβουλία και η καινοτομία απουσιάζουν. Οι απεργίες οδηγούν σε βία και ήδη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο κεντρικός ήρωας Μαρκ Ρέντον θα κακοποιηθεί από την αστυνομία σε μια κινητοποίηση όπου συνοδεύει τον πατέρα του. Ο Ιρβιν Γουέλς μας οδηγεί έτσι στη δεκαετία του '80 για να τα βάλει με τον νεοφιλελευθερισμό και τη Θάτσερ στην οποία αποδίδει τη ρήση «αυτό που λέμε κοινωνία δεν υπάρχει». Πράγματι ο νεοφιλελευθερισμός θα είναι η απάντηση στον θρίαμβο των συνδικάτων. Αλλά ο Γουέλς δεν είναι αφελής. Οι περιπέτειες των ηρώων του δεν θα αποδοθούν ως έχουσες σχέση αιτίου - αιτιατού με τον θατσερισμό, αλλά μάλλον με το αντίθετό του: την απραξία και την πλήξη της ασφάλειας, την ψευδαίσθηση της εσαεί ευημερίας, την κουλτούρα της ανάθεσης στο κράτος της επίλυσης ακόμη και των προσωπικών δεινών.
Μεγάλο μέρος του βιβλίου συνιστά η περιπέτεια της εμπλοκής των νεαρών ηρώων με τα ναρκωτικά και οι όποιες προσπάθειες απεξάρτησής τους. Ας μην περιμένει εντούτοις ο αναγνώστης εύκολο ηθικοπλαστικό λόγο, έντρομη αποστροφή και «πω πω αδελφέ μου, κρίμα τα παιδιά». Ο εθισμός έρχεται εδώ με ποικίλους τρόπους, και αγγίζει ακόμη και αυτούς που ο μέσος άνθρωπος θα αποκαλούσε απόλυτα φυσιολογικά παιδιά, με ενδιαφέρουσα ζωή, με σεξουαλικές εμπειρίες, με δουλειά, ακόμη και με μόρφωση όπως ο Μαρκ Ρέντον που σπουδάζει φιλολογία στο Αμπερντίν και αποδεικνύεται σπουδαίος βιβλιοφάγος, καταναλωτής μεταξύ άλλων του Φιτζέραλντ και του Τζόις. Αλλά ενώ ο εθισμός του Μαρκ έρχεται κυρίως έπειτα από ένα οικογενειακό δράμα, οι λοιποί της παρέας καλύπτουν μια ευρεία γκάμα ανθρώπινων τύπων από τον βίαιο καβγατζή που αυτοπραγματώνεται μέσω της ίδρυσης μιας οιονεί συμμορίας, ώς τον ερωτικό τύπο που πηδάει το σύμπαν, ώς τον πρώην φέρελπι ποδοσφαιριστή που μένει στα αζήτητα, ώς τον ευαίσθητο και δειλό με τα κορίτσια τύπο. Δίπλα τους παρελαύνουν ή και συνευρίσκονται σπουδάζουσες ή εργαζόμενες νεαρές, ξέμπαρκες περιφερόμενες, βαριοί πότες, λούμπεν άνεργοι. Τι τους ενώνει όλους αυτούς στην κοινή εμπειρία της ντρόγκας; Πάνω από όλα η ανάγκη του ανήκειν κάπου. Η συντροφικότητα. Η παρέα. Το ποδόσφαιρο ως κυρίαρχη φυλετική υποκουλτούρα που χωρίζει την ανθρωπότητα σε ορκισμένους εχθρούς κατά έναν αρχέγονο τελετουργικό τρόπο - ανακουφιστικό καθώς δεν απαιτεί και πολλές νοητικές επεξεργασίες για να ενταχθείς κάπου. Πάνω απ' όλα όμως η εδαφικότητα, η γειτονιά, ο αστικός γεωγραφικός περίγυρος και η ιστορικότητά του που αποδίδονται έξοχα από τον Γουέλς - από τον βαρύ ουρανό της Σκωτίας ώς την αιωνίως γκρίζα θάλασσα, το περίφημο κάστρο του Εδιμβούργου και τις εργατικές φτωχογειτονιές του, πάνω απ' όλα όμως τον μικρόκοσμο των παμπ και την κοινωνικότητα του αλκοόλ. Αλλά ο περίφημος Σκωτσέζικος Διαφωτισμός, ο Λοκ, ο Χιουμ και οι απόφοιτοι του περίφημου πανεπιστημίου του Εδιμβούργου έχουν πια δώσει τη θέση τους στην παραίτηση του εθισμού στις ναρκωτικές ουσίες. Μια απλή απάντηση στο εύλογο ερώτημα «γιατί» είναι απλούστατα «γιατί οι ουσίες βρίσκονται εκεί έξω» και άρα κάποιος θα βρεθεί να τις δοκιμάσει (όπως ακριβώς συμβαίνει με τα καταναλωτικά προϊόντα που μας κατακλύζουν). Οι καλύτερες όμως απαντήσεις βρίσκονται στις σελίδες 431-480 όπου υπό τον τίτλο Ημερολόγια Απεξάρτησης, ο Μαρκ Ρέντον μετατρέπεται σε συγγραφέα, βρίσκει παραισθησιογόνες ιδιότητες στη γραφή του Τζόις, για να σατιρίσει εντέλει τα κέντρα παροχής μεθαδόνης και τα σχετικά ιδρύματα. Οι ειδικοί επιστήμονες (ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, γιατροί και τα σχετικά) θα βρουν εδώ ένα σετ εξαιρετικά επεξεργασμένων απαντήσεων. Η δική μου αποκωδικοποίηση των αιτίων που δίνονται συνειρμικά πλην συστηματικότατα από τον συγγραφέα αρχίζει από την πλήξη και τη βαρεμάρα, και συνεχίζεται με την έλλειψη προοπτικών, τον φόβο της απόρριψης από την ομάδα, την κατά τον Μαρκ ακραία ηδονή που παρέχει η ηρωίνη («υπέρτατη γλύκα»), ώς την «αναισθητοποίηση που παρέχει απέναντι στις μαλακίες της ζωής» και το αναπάντητο υπαρξιακό ερώτημα «και τι άλλο να κάνεις δηλαδή;». Χρειάζεται να 'χεις «μια ιστορία ν' αφηγηθείς».