Αισθανόμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς που μια σειρά συνομιλιών με ξένους δημιουργούς και καλλιτέχνες, η οποία ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70, ύστερα από σχεδόν σαράντα χρόνια περνάει σήμερα μέσα από τον ιάπωνα χορευτή, χορογράφο και δάσκαλο χορού Ιουάνα Μασάκι. Οπως έγινε και με τους προγενέστερους καλλιτέχνες, έτσι και με τον κύριο Μασάκι, συζητώντας μαζί του και με τη μαθήτριά του, την εξαίρετη ηθοποιό του θεάτρου Αγγελική Παπαθεμελή, νιώθεις να μπαίνεις μέσα σε έναν χώρο όπου με όσο πάθος και αν υπηρετούν την τέχνη τους, τελικά αυτή παραμένει ένα πρόσχημα.  Είναι τόσο τα φιλοσοφικά, ηθικά και κοινωνικά προβλήματα που θίγονται μέσα σε μια συζήτηση, αν και φαίνεται να επικεντρώνεται σε μια τέχνη – σήμερα στην τέχνη του χορού –, ώστε καταλήγεις στο συμπέρασμα πως βαθιά πολιτικοποιημένος μπορεί να είναι μόνο ο άνθρωπος που βαθιά τον ενδιαφέρει η τέχνη. Οσο και αν ο λόγος του κυρίου Μασάκι είναι επαρκέστατος για να μας συστηθεί καίρια, αναφέρουμε δύο ακόμα στοιχεία: ότι γεννήθηκε στο Τόκιο το 1945 (απίστευτο αν κρίνουμε από τη φωτογραφία) και ότι δύο δοκίμιά του σχετικά με τον χορό μπούτο έχουν τους τίτλους «Ντυμένος με νερό» και «Ο άνθρωπος σαν υλική οντότητα». Θερμές ευχαριστίες επίσης προς την Αγγελική Παπαθεμελή που, πέρα από την άψογη πνευματική της συμβολή, κράτησε υπέροχα τον ρόλο της μεταφράστριας.

Θανάσης Νιάρχος: Πώς έγινε, κυρία Παπαθεμελή, και γνωριστήκατε με τον ιάπωνα χορευτή, δάσκαλο χορού και χορογράφο, κύριο Ιουάνα Μασάκι, σε τόσο μάλιστα έντονο βαθμό ώστε να εξελιχθεί σε δάσκαλό σας;

Αγγελική Παπαθεμελή: Υπήρξε μια εποχή που το όνομά του ήταν πολύ γνωστό στους κύκλους μας - μιλώ για τα τέλη της δεκαετίας του '90. Ο κύριος Μασάκι έκανε τότε ένα σεμινάριο στα Χανιά. Στην αρχή δεν ήξερα τι ακριβώς θα μπορούσα να περιμένω. Καταλάβαινα όμως ότι ο χορός μπούτο σχετίζεται με το δικό μας αντικείμενο, το θέατρο, γιατί αφορά πολύ στην παρουσία τού περφόρμερ και τη μεταμόρφωσή του. Αν και πρόκειται για ένα είδος χορού που έχει κάποιες βασικές και απαράβατες, κατά κάποιον τρόπο, αρχές, είναι ταυτόχρονα ένας χορός πολύ ανοιχτός ως προς την τεχνική του, ώστε ο τρόπος που τον ασκεί ο κάθε χορευτής να είναι ή να μπορεί να είναι διαφορετικός. Ο καθένας μπορεί να τον προσαρμόζει στην προσωπικότητά του και στη δουλειά του.
Θανάσης Νιάρχος: Κύριε Μασάκι, θα θέλατε να μας μιλήσετε αναλυτικότερα γι' αυτό το είδος χορού, τον μπούτο; Σύμφωνα με στοιχεία που έχουμε ήδη στη διάθεσή μας, είστε ο χορευτής και ο δάσκαλος που τον έκανε γνωστό στις ευρωπαϊκές τουλάχιστον χώρες.
Ιουάνα Μασάκι: Ο μπούτο ιστορικά συγκαταλέγεται στους σύγχρονους χορούς. Ως χρόνος δημιουργίας του ορίζεται το 1959, όταν ο Χιτζικάτα παρουσίασε ένα κομμάτι του χορού αυτού που ο ακαδημαϊκός χορός τον απέρριψε εντελώς. Οταν μιλώ για ακαδημαϊκό χορό, δεν αναφέρομαι στον παραδοσιακό ιαπωνικό χορό και στο παραδοσιακό ιαπωνικό θέατρο. Αυτά είναι πράγματα που μας έχουν κληροδοτηθεί και δεν τα αγγίζουμε. Αναφέρομαι στον σύγχρονο δυτικό χορό, που η φόρμα του ήταν τελείως έξω από τη φόρμα του μπούτο όπως την παρουσίασε ο Χιτζικάτα. Ηρθα για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1988. Δούλευα ήδη ως χορευτής για είκοσι χρόνια στην Ιαπωνία, αλλά αν προτίμησα τελικά την Ευρώπη είναι γιατί το να ζεις στην Ιαπωνία συνιστά μια μεγάλη, για μένα τουλάχιστον, περιπέτεια. Υπάρχει μια μεγάλη ταχύτητα στους ρυθμούς, ώστε πρέπει να παράγεις δουλειά σε πολύ τακτά χρονικά διαστήματα, προσωπικά όμως μου είναι αδύνατον να λειτουργήσω με τον τρόπο αυτόν.
Θ.Ν.: Εσάς, κυρία Παπαθεμελή, ο χορός αυτός και ειδικότερα η διδασκαλία του σε τι σας απελευθέρωσε;
Α.Π.: Ουσιαστικά, μου άνοιξε έναν τελείως καινούργιο κόσμο. Πρόκειται για μια συνολική αντίληψη σε σχέση με το πώς μπορείς να υπάρχεις επί σκηνής. Ο μπούτο σού επιτρέπει να χορεύεις ενώ είσαι σε ακινησία. Θεωρεί ότι από τη στιγμή που ένα σώμα βρίσκεται εν ζωή και αναπνέει, de facto κινείται. Δεν αισθάνεσαι δηλαδή την ανάγκη να γεμίσεις τον χώρο με κίνηση. Αντίθετα, προσπαθείς να δημιουργήσεις χώρο και χρόνο, να υποχρεώσεις τον χώρο και τον χρόνο να χορέψουν μαζί σου. Υπάρχουν κάποια εσωτερικά τοπία που, φέρνοντάς τα στην επιφάνεια, μεταμορφώνεται η σωματική και ψυχική σου παρουσία. Με έναν τρόπο μάλιστα που, αν και δεν κινείσαι καθόλου μέσα στον χώρο, σε παρακολουθεί ο ίδιος ο χώρος. Πρόκειται βέβαια για έναν πολύ δύσκολο αλλά και πολύ απελευθερωτικό ταυτόχρονα κώδικα, που σου ανοίγει όμως ένα απέραντο πεδίο για έρευνα. Κώδικα στον οποίο ο συγκεκριμένος δάσκαλος, ο κύριος Μασάκι, σε μυεί με μοναδικό τρόπο.


Θ.Ν.: Ποιες χώρες σε σχέση με αυτές που έχετε επισκεφθεί και διδάξει είναι οι πιο ευαίσθητες στον χορό μπούτο;
Ι.Μ.: Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχω εργαστεί σε περισσότερες από εκατό πόλεις. Αν και ο αριθμός ακούγεται μεγάλος, για μένα είναι κάτι πολύ κανονικό. Αρχικά επισκεπτόμουν και δίδασκα ή έδινα παραστάσεις συχνότερα σε βόρειες χώρες. Την Αγγλία, τη Φινλανδία, τη Δανία. Αργότερα κατηφόρισα προς τον Νότο. Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία. Στις χώρες αυτές συνάντησα μεγαλύτερη αποδοχή και κατανόηση σε σχέση με τον μπούτο. Επειδή πρόκειται για έναν χορό που προσπαθεί να εκφράσει τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης, θεωρούσα ότι οι βόρειες χώρες, ως πιο σκοτεινές και κλειστές που είναι, θα τον κατανοούσαν καλύτερα και ευκολότερα. Τελικά έγινε το αντίθετο και χώρες όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, με το να έχουν βιώσει ιστορικά πολύ πιο σκληρές και πικρές περιόδους, ήταν πολύ πιο προετοιμασμένες για να δεχτούν τον χορό αυτόν.
Θ.Ν.: Η διδασκαλία του μπορεί να ενσωματωθεί σε ερμηνείες θεατρικών έργων που έχουν γραφεί στη Δύση;
Α.Π.: Οπωσδήποτε. Αν και κάποιες αρχές του μπούτο ακουμπάνε στην ιαπωνική παράδοση, ουσιαστικά πρόκειται για έναν πολύ σύγχρονο χορό. Μην ξεχνάμε ότι δημιουργήθηκε μετά την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα, ακριβώς για να έρθει σε διάλογο με κάποια γεγονότα που οι παλαιές φόρμες δεν μπορούσανε να τα αγγίξουν. Είναι ένας χορός που, όπως είπε και ο κύριος Μασάκι, έχει ως σκοπό να δείξει τη σκοτεινή πρόθεση του πλάσματος που χορεύει.
Θ.Ν.: Διαβάζοντας το βιογραφικό σας, ότι έχετε χορέψει εντελώς γυμνός, πώς αντιμετωπίζετε το θέμα του γυμνού πάνω στη σκηνή;
Ι.Μ.: Κατ' αρχάς, οφείλουμε να διαχωρίσουμε το γυμνό στην καθημερινή ζωή από το γυμνό στον χορό. Στην καθημερινή ζωή υπάρχουν πολλές στιγμές που είμαστε γυμνοί, άλλοτε γιατί κολυμπάμε στη θάλασσα, άλλοτε γιατί κάνουμε ντους, άλλοτε, τέλος, γιατί κάνουμε έρωτα. Στον χορό το γυμνό είναι μια τελείως διαφορετική υπόθεση. Ο χορευτής πρέπει να είναι σίγουρος ότι το σώμα του έχει συνειδητοποιήσει και επιπλέον ότι μπορεί να υλοποιήσει, χορεύοντας, έννοιες αφηρημένες. Επειδή για τον χορευτή το σώμα του είναι το βασικό του εργαλείο, χρειάζεται, χορεύοντας, το σώμα αυτό να του δίνει κάποιες συγκεκριμένες δυνατότητες. Αλλωστε χρησιμοποιούσα την πλήρη γυμνότητα μόνο όταν χόρευα χωρίς κίνηση. Ορθιος, ακίνητος για πάρα πολλές ώρες, το φυσικό φως που έπεφτε μέσα στο στούντιο, αλλάζοντας το ίδιο, έκανε να αλλάζει και η εικόνα του σώματός μου χωρίς εγώ να κάνω απολύτως τίποτε. Δεν είναι κάτι που αντιτίθεται στον χορό, δεν θα το χαρακτήριζα καν ως κάτι αντιχορευτικό. Θα το χαρακτήριζα κάτι ως non dance, που, αν και μη χορός, τελικά είναι ένα είδος χορού.


Θ. Ν.: Πώς γίνεται ένας άνθρωπος τόσο εσωστρεφής, όπως τουλάχιστον δείχνετε εσείς, κύριε Μασάκι, να ασχολείται με μια τέχνη τόσο εξωστρεφή όπως αυτή του χορού;
Ι.Μ.: Στην πραγματικότητα κάθε σεμνός άνθρωπος είναι ταυτόχρονα και πάρα πολύ αλαζών. Οπως και κάθε αλαζών, έχει κολλημένη σε μια πλευρά της προσωπικότητάς του ένα κομμάτι εξαιρετικής σεμνότητας. Και υπάρχει πάντα αυτή η μετακύλιση από το ένα στο άλλο. Πολύ συχνά ένας άνθρωπος σεμνός στην καθημερινή του ζωή, που συμβαίνει όμως να είναι καλλιτέχνης, μοιάζει να αναζητά το πεδίο που θα του δώσει τη δυνατότητα να υπάρξει διαφορετικά. Και αυτό το πεδίο δεν είναι παρά η σκηνή που μεταβάλλεται σε έναν χώρο απόλυτης ελευθερίας, καθώς μπορεί να εκφράσει κάθε πρόθεσή του, πράγμα που θα ήταν αδύνατον να συμβεί στην καθημερινή του ζωή. Ο τρόπος που υπάρχει στην καθημερινή του ζωή είναι τελείως διαφορετικός σε σχέση με τον τρόπο που υπάρχει πάνω στη σκηνή.
Α.Π.: Οσο πιο σεμνός είναι κανείς τόσο περισσότερο διψάει να εκφραστεί. Αυτό ισχύει βέβαια για τον καθέναν, πρωτίστως όμως για τον άνθρωπο που δυσκολεύεται να νιώσει στην καθημερινή του ζωή την ελευθερία για την οποία μίλησε ο κύριος Μασάκι. Είναι μεγάλη ευλογία να κατορθώσεις να ξεκλειδώσεις τη λειτουργία που θα σου επιτρέψει να φέρεις στην επιφάνεια τα εσωτερικά σου τοπία, ενδεχομένως μάλιστα να δημιουργήσεις και καινούργια. Το να συλλάβει κανείς την τέχνη του, όποια κι αν είναι για τον καθέναν, ως ένα τέτοιο ακριβώς πεδίο είναι το περισσότερο που μπορεί να ελπίσεις σ' αυτή τη ζωή.


Θ.Ν.: Ο γάλλος φιλόσοφος Γκαμπριέλ Μαρσέλ έχει πει ότι τελικά όλος ο πολιτισμός κρίνεται σε σχέση με την απάντηση που δίνει κανείς στο ερώτημα αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός.
Ι.Μ.: Κατ' αρχάς, θα ήθελα να διαχωρίσω την έννοια της τέχνης από την έννοια του πολιτισμού. Γιατί στη σύγχρονη εποχή ο πολιτισμός είναι κάτι που καθορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από θεσμούς, από οργανισμούς που είναι σε ισχύ, με λίγα λόγια από την κατεστημένη πλευρά του κόσμου. Η τέχνη είναι κάτι τελείως διαφορετικό και προσωπικά έχω επιλέξει να ανήκω σε αυτήν, παρά το γεγονός ότι συνιστά ένα επικίνδυνο πεδίο. Υστερα από αυτόν τον διαχωρισμό ανάμεσα στον πολιτισμό και την τέχνη, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι καταφάσκει κανείς στην έννοια του Θεού όταν επιλέγει την τέχνη. Η Ιαπωνία, τώρα που μιλάμε, βρίσκεται σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση, όπως άλλωστε και η Ελλάδα. Σκεφτήκαμε λοιπόν ότι και οι Ιάπωνες και οι Ελληνες θα έπρεπε να προσευχηθούμε - και δεν το λέω με την έννοια που δίνουμε συνήθως στον όρο «προσευχή». Την αναφέρω ως ένα νόμισμα που η μία του όψη γράφει ότι πολεμάει και αντιτίθεται κανείς σε ορισμένα πράγματα, ενώ στην άλλη όψη σημειώνεται η λέξη «προσευχή».
Α.Π.: Ο τρόπος που θέτει το πρόβλημα ο Γκαμπριέλ Μαρσέλ δεν αφορά το αν πιστεύει ή δεν πιστεύει κανείς. Είναι άλλης τάξεως και υφής. Ασχετα αν καταφάσκεις ή όχι στην ύπαρξη του Θεού, η προσπάθεια να τοποθετηθείς σε σχέση με το ερώτημα αυτό είναι πολιτισμός. Το να αναρωτηθείς και μόνο, όχι το να απαντήσεις.
Θ.Ν.: Αν σας ζητούσε κανείς, κύριε Μασάκι, να συνοψίσετε το προσωπικό σας πιστεύω για τον χορό και για την τέχνη γενικότερα, τι θα απαντούσατε;
Ι.Μ.: Η καθημερινή μας ζωή είναι σαν ένα ρυάκι που τρέχει. Ο χορός αλλά και η τέχνη γενικότερα κόβουν ένα κομμάτι αυτής της ζωής και προσπαθούν να το διατηρήσουν. Το μετατρέπουν σε καλλιτεχνική δημιουργία. Σε αντίθεση με τους κανονικούς ανθρώπους, για τον καλλιτέχνη - αν και αυτός κανονικός άνθρωπος είναι - το κομμάτι αυτό της ζωής αποκτά πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα. Η καθημερινή ζωή τρέχει το ίδιο για όλους τους ανθρώπους. Τον καλλιτέχνη όμως τον απορροφά αυτό το στιγμιαίο σταμάτημα της ροής του χρόνου. Να την απομονώσει και να την ακινητοποιήσει.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από