Ηταν ένα ζεστό καλοκαίρι, εκείνο που ο Ντάνιελ Μέντελσον ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Αρχές της δεκαετίας του '90, ως φοιτητής Κλασικών Σπουδών του Πρίνστον, έπρεπε να πάρει μέρος σε ανασκαφές της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών. Σύντομα διαπίστωσε ότι οι χαρές της αρχαιολογίας («έπρεπε να ξυπνάω χαράματα, να ταξιδεύω για ώρες και να μελετώ μυκηναϊκούς τάφους που, αν δεν το γνωρίζετε, είναι όλοι ίδιοι»), δεν του ταίριαζαν και πολύ.
Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, θα βρισκόταν πάλι στην Αθήνα, έτοιμος αυτήν τη φορά να συνομιλήσει με τον αναπληρωτή καθηγητή Νεοελληνικών της Οξφόρδης, Δημήτρη Παπανικολάου, για τον Κ.Π. Καβάφη. Στο μεταξύ, παραχωρούσε συνεντεύξεις Τύπου ή περιεργαζόταν την πόλη, παρατηρώντας ότι «οι Αθηναίοι δεν έχουν αλλάξει τόσο όσο αυτή». Οτι φαίνονται τα σημάδια της κρίσης, αλλά ότι οι άνθρωποι παραμένουν «ομιλητικοί, γεμάτοι επιχειρήματα, ζεστοί».
Ευκαιρία λοιπόν για ερώτηση: πόσο τον έχουν βοηθήσει ποιήματα όπως το «Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.», «Κεριά», ολόκληρο τέλος πάντων το έργο του Αλεξανδρινού, να κατανοήσει τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα και τους φορείς της; «Νομίζω ότι είναι δύσκολο να τον χρησιμοποιήσουμε σαν όχημα για να αντιληφθούμε τη σύγχρονη Ελλάδα - η ελληνικότητα που τον ενδιαφέρει είναι διεθνική, όχι εθνική, όπως και ο ίδιος», απαντά ο Μέντελσον. «Τον ενδιαφέρει η ύστερη αρχαιότητα, η ελληνιστική περίοδος, το Βυζάντιο, το τι σημαίνει να είσαι Ελληνας σε κάθε στιγμή. Του αρέσει το παρελθόν αλλά και το παρόν, είναι ομοφυλόφιλος αλλά τον ενδιαφέρει και η Εκκλησία. Δεν είναι λοιπόν ο κλασικός εθνικός ποιητής, θα ήμουν όμως περήφανος αν τον είχα ως τέτοιο».
Τουλάχιστον τον είχε ως αντικείμενο μιας ήδη παινεμένης μετάφρασης, που προέκυψε όταν ένας φίλος του θέλησε να κάνει έκθεση με φωτογραφίες βασισμένες στα ποιήματά του και νέες εκδοχές τους να τις συνοδεύουν. Αναγνωρισμένος κριτικός λογοτεχνίας αλλά και της ποπ κουλτούρας, στους «New York Times» ή το «New York Review of Books», ο Μέντελσον δέχτηκε την πρόκληση και το 1997 υπέγραψε συμβόλαιο με τον οίκο Knopf.
Αλλες μεταφράσεις, όπως του Εντμουντ Κίλι, δεν τις είδε ανταγωνιστικά, αλλά διαλεκτικά. Η δική του συνεισφορά; «Με ενδιέφεραν τα δομικά στοιχεία. Ισως γιατί στην πρώτη μου επαφή αποστήθιζα τα ποιήματά του, θεώρησα σημαντικό το μέτρο, την ομοιοκαταληξία, τον ήχο που άκουγα στο κεφάλι μου. Ηθελα επίσης να έχω εκτενή εισαγωγή και σχολιασμό στην έκδοση, γιατί μεταξύ άλλων οι περίοδοι που ενδιαφέρουν τον Καβάφη είναι γεμάτες βασιλιάδες που αγνοούν ακόμα και οι κλασικιστές».
Μιλώντας για βασιλιάδες, συχνά έκπτωτους, που ενίοτε συγκρίνονται με σύγχρονες ιστορίες παρακμής, πιστεύει άραγε, ότι υπάρχει «πολιτικός Καβάφης»; «Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η ανθρώπινη φύση, διαρκές εργαστήριο της οποίας είναι η πολιτική», λέει ο Μέντελσον. «Γράφει δε για δυο τύπους ανθρώπων: για "αυτοπαραπλανημένους", που δεν κατανοούν τις καταστάσεις, όπως "Η διορία του Νέρωνος" και για τον Δημήτριο ή την Κρατησίκλεια, που επιμένουν να κάνουν το σωστό, παρότι έχουν χάσει. Κανείς ποιητής δεν εκτιμά περισσότερο του ηττημένους. Τον ενδιαφέρουν όμως ο χρόνος, οι άνθρωποι και τα λάθη τους, πολιτικά ή ερωτικά. Οταν μιλάει για δυο άνδρες χωρίς κοινό μέλλον, μεταφέρει τη διάσταση ατόμων καταπιεσμένων από την κοινωνική συνθήκη. Οι τελευταίοι στίχοι στο "Κρυμμένα" - ποίημα για την ερωτική επιθυμία - θα μπορούσαν να ανήκουν σε ιστορικό ποίημά του. Αν λοιπόν υπάρχει ένα πολιτικό μάθημά του, είναι ότι αν δεν καταλάβεις τον εαυτό σου, τα πράγματα θα πηγαίνουν χειρότερα, ως άτομο ή ως κράτος».

«Δεν υπάρχει ομοφυλόφιλη μετάφραση»
Στο μέλλον, ο Μέντελσον σκοπεύει να ολοκληρώσει ένα βιβλίο για την «Οδύσσεια», το οποίο όμως θα συμπλέκει την επιθυμία του πατέρα του να τη γνωρίσει λίγο πριν πεθάνει, παρακολουθώντας και τα σεμινάρια του γιου του. Δεν θα εγκαταλείψει φυσικά τον Καβάφη, για χάρη του οποίου επιστρέφει στο θέμα της μετάφρασής του και εξηγεί στα «ΝΕΑ» ότι όχι, αν και ανοιχτά ομοφυλόφιλος και ο ίδιος, δεν πιστεύει ότι υπάρχει ομοφυλόφιλος τρόπος μετάφρασης. «Δεν ξέρω καν τι σημαίνει αυτό. Υπάρχουν ενδεχομένως τρόποι να υπογραμμίσεις λέξεις που για έναν αγγλόφωνο αναγνώστη είναι γεμάτες συναίσθημα. Για το “έφηβος” λ.χ., δεν διάλεξα το “youth”, αλλά το “boy” που χρησιμοποιείται και στην ομοφυλόφιλη κουλτούρα. Γκέι ή όχι, σημασία έχει να είσαι ευαίσθητος μεταφραστής», παρατηρεί απλώς, ολοκληρώνοντας τη σκιαγράφηση μιας προσέγγισης, που σχεδόν τη χρωστάει στον Καβάφη. Η πρώτη βαθιά «γνωριμία» τους τον είχε σώσει και από εκείνες τις ανυπόφορες ανασκαφές των αρχών του ‘90. «Σκεφτόμουν τότε ότι αν δεν βρω ένα καλό βιβλίο για να διαβάζω θα χάσω το μυαλό μου», είχε διηγηθεί λίγο νωρίτερα. «Ταξιδεύοντας λοιπόν μια φορά με το λεωφορείο προς Τρίπολη, κάναμε στάση για τουαλέτα. Εκεί ανακάλυψα ένα μικρό παντοπωλείο και με τα λίγα ελληνικά μου, ρώτησα αν είχε κανένα ελληνικό βιβλίο. Είχε μόνο μια ποιητική συλλογή και μου τη χάρισε. Μαντέψτε ποιανού ήταν».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από