Τολμηρός και πρωτοπόρος, καθιερώθηκε ως ο υπερδραστήριος διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη. Μέσα σε τέσσερις δεκαετίες ανακαίνισε τις μόνιμες συλλογές, δημιούργησε τρία παραρτήματα, εξασφάλισε αναρίθμητες δωρεές, οργάνωσε αρχεία. Ολα όμως κάποτε τελειώνουν. Και ο χρόνος για την αποχώρησή του από τη θέση του διευθυντή μετρά αντίστροφα

Παρασκευή πρωί. Η κίνηση στο φουαγέ του Μουσείου Μπενάκη δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από εκείνη της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, καθώς κυρίες στην πλειονότητά τους µπαίνουν στο πωλητήριο κι άλλες βγαίνουν µε δώρα στις χαρακτηριστικές πορτοκαλί σακούλες.

Μια σκάλα μόλις πιο κάτω όμως, στα έγκατα του κτιρίου της οδού Κουμπάρη, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Τα γραφεία άδεια και τα περισσότερα με σβησμένα φώτα, καθώς το προσωπικό που απέμεινε μετά τις απολύσεις λόγω της οικονομικής κρίσης δουλεύει με περικομμένους μισθούς τέσσερις ημέρες την εβδομάδα.
Μοναδική παρουσία – λες και είναι το φάντασμα – ψυχή του χώρου – ο Αγγελος Δεληβορριάς. Πάνω στο παλιό ξύλινο γραφείο του το φλιτζάνι με τον καφέ, ο φορητός υπολογιστής, το τηλέφωνο που χτυπά κάθε λίγο… Ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει στο καταφύγιο του επί τέσσερις δεκαετίες αεικίνητου διευθυντή.
Το μόνο που έχει αλλάξει είναι η βιβλιοθήκη. Δεν είναι πια τόσο φορτωμένη όσο άλλοτε. Λείπουν κάμποσα βιβλία. «Εχω αρχίσει και μαζεύω τα υπάρχοντά μου», λέει χωρίς πίκρα στον τόνο της φωνής του. Φεύγει λοιπόν από το τιμόνι του Μουσείου; Διότι δεν είναι η πρώτη φορά που «απειλεί» ότι θα εγκαταλείψει τη θέση του διευθυντή.
«Οταν συνταξιοδοτήθηκα από το πανεπιστήμιο, είπα «καιρός είναι να φύγω και από εδώ», αλλά έπεσε η εποχή του Μνημονίου και δεν μπορούσα να αφήσω το Μουσείο σε μια τέτοια στιγμή. Φαίνεται πως σιγά σιγά, όμως, βγαίνουμε από αυτό το λούκι κι έτσι θα μπορέσω να κάνω όσα στερήθηκα», συνεχίζει.
Ο ίδιος μπορεί να φανταστεί την επόμενη ημέρα; Εκείνο το πρωινό που δεν θα περάσει το κατώφλι της οδού Κουμπάρη για να κατέβει στο γραφείο του;
«Θα είμαι πάντοτε πλάι στο Μουσείο για οτιδήποτε χρειαστεί. Οχι όμως για την καθημερινή λάτρα. Οταν ήρθα στο Μουσείο χάρη στον Μαρίνο Καλλιγά και παρέμεινα χάρη στην Ειρήνη Καλλιγά, ήμουν πολύ νέος. Νέος πρέπει να είναι και ο εκάστοτε διευθυντής. Υπάρχουν νέοι άνθρωποι που θα πάρουν τη σκυτάλη και θα πάνε παραπέρα. Σε μια τετραετία γίνομαι 80. Πάντα έλεγα ότι τα μουσεία δεν μπορεί να είναι ούτε γηροκομεία ούτε νηπιαγωγεία, αλλά κάπου ανάμεσα.
Θα πηγαίνω λοιπόν στις βιβλιοθήκες μου, που τις έχω στερηθεί. Θα είμαι – από όσο γνωρίζω – στο ΔΣ του Μουσείου έτσι ώστε κάποια ζητήματα που εγώ θεωρώ σοβαρά για τη μελλοντική του πορεία και την οικονομική του επιβίωση να τα παρακολουθώ.
Το Μπενάκη υπήρξε το πρώτο μουσείο στην Ελλάδα που άνοιξε τις πόρτες του στον κόσμο, που δημιούργησε στενές προσωπικές σχέσεις σε καθημερινή βάση. Ολο αυτό όμως σε αδειάζει. Πρέπει να είσαι νέος για να μπορείς να το συνεχίσεις. Είναι όμως απαραίτητο, διότι στην κοινωνικότητα με την ευρύτερη έννοια βασίζεται ο εμπλουτισμός του Μουσείου με δωρεές και η έξωθεν καλή μαρτυρία του, πράγματα βασικής σημασίας για την υπόσταση ενός πνευματικού οργανισμού».
Πότε θα πει λοιπόν οριστικά αντίο; «Θα φύγω σταδιακά και πάντα θα έχω εδώ ένα τραπέζι για να δουλεύω. Αυτό που μπορώ να σας πω σίγουρα είναι ότι την 1η Φεβρουαρίου θα βρίσκομαι στο Βερολίνο για να εκδώσω επιτέλους το βιβλίο μου που αφορά σε ένα και μοναδικό έργο τέχνης, το λατρευτικό άγαλμα της Αφροδίτης Ουρανίας, που ήταν έργο του Φειδία», λέει και ξεφυλλίζει τους δύο έτοιμους τόμους προς εκτύπωση, έργο που τον απασχολεί εδώ και δύο δεκαετίες.
Εχει κατά νου ποιος θα καθήσει στην καρέκλα του; «Οχι. Πιστεύω όμως ότι δεν θα πρέπει να είναι πάνω από 40 ετών και θα πρέπει να έχει ένα αναγνωρισμένο – και στο εξωτερικό – επιστημονικό οπλοστάσιο σε έναν τομέα. Το εύρος του γνωστικού του πεδίου να είναι μεγάλο. Να είναι Ελληνας. Να ξέρει τρεις – τέσσερις ξένες γλώσσες. Να αγαπά την Ελλάδα μετά πάθους. Και να είναι κοινωνικός, να μην είναι κλεισμένος στο καβούκι του, αλλά ανοιχτός στον κόσμο».
Και να κυβερνήσει το καράβι με την καρδιά ή το μυαλό; «Δεν ανήκω σε αυτούς που τα διακρίνουν. Σκέφτεσαι με την καρδιά σου και αγαπάς με το μυαλό σου».
Ο τολμηρός, με καινοτόμο σκέψη και εκρηκτική συμπεριφορά Αγγελος Δεληβορριάς, που με την ίδια ευκολία που μιλά για τη γλυπτική του Φειδία αναλύει και την ξυλογλυπτική της Πελοποννήσου, έχει ξεπεράσει τα 40 χρόνια στη διεύθυνση του Μουσείου Μπενάκη, καθώς ανέλαβε το καλοκαίρι του 1973. Και κοιτάζοντας τον χρόνο πίσω, δεν διστάζει να κάνει τον απολογισμό του.
«Οταν το παρέλαβα, ήταν το εν τρίτο του σημερινού κεντρικού Μουσείου και τίποτε άλλο κι έχω κατηγορηθεί για το μεγάλωμά του, διότι αυτή τη στιγμή έχει πολλά παραρτήματα και αρχεία. Αυτά θα γράψω και στο βιβλίο μου «Ενας απολογισμός και μια απολογία»», λέει και δείχνει δυο ασφυκτικά γεμάτους φακέλους στη βιβλιοθήκη που σκοπεύει να δημοσιεύσει μέσα στον επόμενο χρόνο.
«Ηθελα το Μουσείο να παρουσιάσει την Ελλάδα εν συνόλω, να δώσω έμφαση στη λιγότερο μελετημένη – από την πλευρά της πολιτισμικής της ταυτότητας – περίοδο της ξενοκρατίας που είναι αμεσότερα συνδεδεμένη με τον νεότερο ελληνισμό. Ναι, υπάρχει ο Περικλής και ο Ιουστινιανός, αλλά υπάρχει και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Για την Ελλάδα τη δική μου όλοι αυτοί είναι ένα.
Αυτό νομίζω ότι το έδειξε το Μουσείο Μπενάκη και η Πινακοθήκη Γκίκα που, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι από τα καλύτερα πράγματα που έχει να επιδείξει ο τόπος μας τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη μεριά, ήθελα για τον νεότερο κυρίως κόσμο να προσφερθούν κάποια ερεθίσματα για τους άλλους πολιτισμούς. Η σύσταση του Ισλαμικού Μουσείου – ασχέτως αν η ελληνική Πολιτεία το έγραψε στα παλιά της τα παπούτσια – έπρεπε να είναι ένα εφαλτήριο και για την εξωτερική πολιτική, όπως άλλωστε και το σύνολο του ελληνικού πολιτισμού, κάτι που δεν συμβαίνει.
Ηθελα να παρουσιάσω την προκολομβιανή Αμερική, την Κίνα και την Απω Ανατολή – το Μουσείο έχει μία από τις σημαντικότερες συλλογές – και την παντελώς άγνωστη Αφρική, που ήταν ένα προσωπικό μου όνειρο.
Και όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, σου έρχεται. Με τα προκολομβιανά, για παράδειγμα, μετά τη δωρεά του Γιώργου Γόντικα αμέσως ήρθε κι εκείνη του Δάκη Ιωάννου. Αφρικανικά δεν έχουμε, αλλά θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε. Είναι απίστευτο το τι υπάρχει στην Ελλάδα διάσπαρτο, από Αναγέννηση και ιμπρεσιονιστές μέχρι ό,τι μπορείς να φανταστείς».
Ποιο είναι το παράπονό του αυτά τα σαράντα χρόνια; «Οτι έπρεπε να υπάρχει η συμπαράσταση του κράτους. Αναρωτήθηκαν οι εξουσιαστές μας που ασχολούνται με την επιβίωση του πολιτισμού εν Ελλάδι πόσα χρήματα χρειάζεται ένας οργανισμός όπως το Μουσείο Μπενάκη;» λέει και δεν μπορεί να κρύψει τον εκνευρισμό του. «Ο καθηγητής μου, ο Ιωάννης Κακριδής, έλεγε ότι πρέπει να επιδιώκουμε το αδύνατο για να πετύχουμε το ανθρωπίνως δυνατό. Κι εγώ τα ίδια λέω. Πρέπει να προστατευθούν τα ιερά και τα όσιά μας έως ότου το κράτος αντιληφθεί ποια είναι τα περιουσιακά του στοιχεία, οι υποχρεώσεις του».
Είναι και η στάση της Πολιτείας λοιπόν ένας από τους λόγους που θέλει πλέον να αφήσει τη θέση του διευθυντή; «Οχι. Με τη στάση της Πολιτείας συνηθίζει κανείς. Εξασκεί την αγωνιστική του διάθεση. Θεωρούσα πάντα ότι το Μουσείο Μπενάκη έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως εθνικό, κάτι που δυστυχώς δεν έχει γίνει, διότι ο Αντώνης Μπενάκης το προσέφερε στο ελληνικό κράτος προστατεύοντας μόνο τη διοικητική του ανεξαρτησία. Το κράτος όμως μείωνε διαρκώς την επιχορήγηση, σε βαθμό που δεν πήγαινε άλλο. Είναι ένας αγώνας που θα πρέπει να συνεχιστεί κι από μένα και από τους διαδόχους μου και νομίζω ότι θα κερδηθεί».
«Δεν μετανιώνω για την επέκταση του Μουσείου»
Υπάρχουν επιλογές για τις οποίες µετανιώνει; «Ανήκω στους ανθρώπους που είναι συναινετικοί. Σε αυτούς που αναζητούν τα στοιχεία της σύµπτωσης των απόψεων και όχι της διάστασης. Ουδείς αναρωτήθηκε ποτέ ποιες είναι οι πολιτικές µου πεποιθήσεις, επειδή ο στόχος ενός πνευµατικού οργανισµού είναι να φέρει κοντά τις επιµέρους οµάδες που συνιστούν την κοινωνία. Επαίροµαι διότι ο Χαρίλαος Φλωράκης ήταν εδώ σε µια έκθεση που εγκαινίαζε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος.
Οσες φορές, πολύ πιο νέος, δεν φρόντιζα για αυτή την αναγκαία συναίνεση των ετεροτήτων, δεν πετύχαινα.
Αυτό είναι το μόνο για το οποίο μετανιώνω».Ούτε για το γεγονός ότι δεν προέβλεψε την κρίση και προχώρησε στη διεύρυνση του Μουσείου; «Δεν μετανιώνω, αλλά θεωρώ ότι είναι μια πρόκληση για το μέλλον. Ελπίζω ο διάδοχός μου να υποστηρίξει το άνοιγμα και να το επεκτείνει».
Ούτε για δωρεές αμφιλεγόμενων συλλεκτών που έχει δεχθεί το Μουσείο; «Πρέπει να γνωρίζεις ότι έχει αποκτηθεί παράνομα ένα αντικείμενο για να μην το αποδεχθείς. Στις προϋποθέσεις ενός καλού μάνατζερ δεν θα έθετα το αστυνομικό δαιμόνιο. Υπάρχουν άλλες Αρχές που θα έπρεπε να φροντίζουν γι" αυτά», απαντά.
Υπάρχει «συνταγή επιτυχίας» που ακολούθησε για να αντέξει τόσα χρόνια σε μια δύσκολη θέση; «Ηθελα οι πόρτες να είναι πάντα ανοιχτές διότι θεωρούσα ότι το Μουσείο ανήκει στον κόσμο, ούτε στο Ιδρυμα ούτε στο κράτος. Κι αυτό το υπηρέτησα, το πίστευα και το πιστεύω. Θυμάμαι ότι όταν προσέφερα για πρώτη φορά ένα ποτήρι κρασί στους επισκέπτες, κόντεψαν να πέσουν τα ντουβάρια. Θεωρούνταν ιεροσυλία. Σήμερα το κάνουν οι πάντες χωρίς ποτέ να μνημονεύουν από πού ξεκίνησε». Από τους λάτρεις της αρχαιολογίας έως της λαογραφίας, των εικαστικών, της αρχιτεκτονικής και της φωτογραφίας, ουδείς φεύγει παραπονεμένος από τους χώρους του Μουσείου Μπενάκη. Κι αν το κέρδος του Μουσείου είναι μεγάλο χάρη στις επιλογές και τις πρωτοβουλίες του Αγγελου Δεληβορριά, το δικό του κέρδος ποιο είναι ύστερα από 40 χρόνια; «Εχω διαπλαστεί μέσα στο Μουσείο Μπενάκη. Είναι η ζωή μου.
Μπορεί η αφετηρία μου να ήταν η κλασική αρχαιολογία και η ιστορία της τέχνης, αλλά το θέμα της έννοιας, του περιεχομένου και των ορίων της ελληνικότητας το κέρδισα εδώ μέσα. Ηταν ένα σχολείο για μένα με ταυτόχρονη θεωρητική και πρακτική καθημερινή εκπαίδευση. Κι ένα σχολείο κοινωνικής συμπεριφοράς, διότι πολλοί δηλώνουν μουσειολόγοι στην Ελλάδα κουβαλώντας τάχα μου διπλώματα, ωστόσο στην εφαρμογή της θεωρίας είναι που αρθρώνεται η σκέψη, αποκρυσταλλώνονται οι αξίες και προσδιορίζονται οι στόχοι. Απολαμβάνω, ξέρετε, τις στιγμές που με σταματάνε άγνωστοι άνθρωποι στον δρόμο και μου μιλάνε για το Μουσείο. Θεωρώ πως αυτό είναι το κέρδος μου».