Προκρίθηκε λοιπόν η Εθνική για τα τελικά του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος και θα
έπρεπε κανονικά όλοι οι φίλαθλοι να είμαστε ευτυχισμένοι. Και είμαστε, υπό μία
έννοια: τέτοιες προκρίσεις είναι τόσο σπάνιες και τα κέρδη από τη συμμετοχή
στον κύκλο της ποδοσφαιρικής ελίτ τόσο μεγάλα, που δεν δικαιούμαστε να
μεμψιμοιρούμε για μια επιτυχία που δεν κλέψαμε από κανέναν και που απαίτησε
αρκετή γενναιότητα. Αν σκεφτούμε όμως πώς προκριθήκαμε, αν δεν έχουμε ήδη
ξεχάσει το προχθσινό παιχνίδι με την Ιρλανδία, η χαρά μας γίνεται λίγο
σοφότερη.


Δεν μπορούμε να λέμε ότι στον αθλητισμό σημασία έχει μόνο η επιτυχία και όχι ο
τρόπος που φτάνουμε σε αυτήν. Αυτό είναι το πρώτο βήμα μιας κυνικής οπτικής,
λογική κατάληξη της οποίας αποτελεί η απώλεια κάθε αίσθησης της ομορφιάς του
αθλητισμού. Χωρίς όμως κυνήγι της ομορφιάς ο αθλητισμός χάνει τον λόγο ύπαρξής
του. Γιατί για την επιβολή, για την απόδειξη δύναμης, για το ξεκαθάρισμα
λογαριασμών, για το κέρδος, η ανθρωπότητα έχει, από αρχαιοτάτων χρόνων,
επινοήσει την κρατική ισχύ, τον πόλεμο, το εμπόριο - ο αθλητισμός θα της ήταν
περιττή πολυτέλεια. Γι' αυτό κανείς δεν μπορεί να θεωρεί πολυτέλεια την
απαίτηση των φιλάθλων - ακόμα και των Ελλήνων φιλάθλων - οι νίκες, πέρα από
ιδρώτα, να συνοδεύονται και από κάποια στοιχειώδη χάρη. Δυστυχώς αυτό το
στοιχείο απουσιάζει εντελώς από την τωρινή θριαμβεύτρια εθνική μας ομάδα, ενώ
φέγγιζε καμιά φορά σε πιο άτυχες ως προς την τελική έκβαση προκατόχους της.


Βλέποντας το παιχνίδι του Σαββάτου - για την ακρίβεια πολεμώντας να συνεχίσω
να το βλέπω -, το μυαλό μου πήγε σε μια άλλη καθοριστική εντός έδρας
αναμέτρησης της Εθνικής. Το 1997, στο Ολυμπιακό Στάδιο, με τον Κώστα
Πολυχρονίου προπονητή, η Ελλάδα ήθελε νίκη με τη Δανία για να πάει στο
Μουντιάλ της Γαλλίας. Έμεινε στο μηδέν - μηδέν. Έπαιξε όμως με τέτοιο τρόπο,
που μπορεί να μην απάλυνε την πίκρα μας (η απογοήτευση είναι διπλή όταν ο
αποκλεισμός είναι άδικος), μας έπεισε ωστόσο ότι η πραγματική πρόοδος του
ποδοσφαίρου μας ήταν δυνατή. H ομάδα εκείνη, όχι τόσο διαφορετική σε φιλοσοφία
και γενιά παικτών από τη σημερινή, δεν είχε τύχη, αλλά είχε δημιουργικότητα. H
ομάδα του Ρεχάγκελ έχει σθένος και επιμονή, αλλά της λείπει εντελώς η
προσωπικότητα.


TO ΠΡΟΦΑΝΕΣ


Με τους αγωνιστικούς αλλά εντελώς άτεχνους Ιρλανδούς, δεν ήταν μόνο το εντελώς
δικαιολογημένο άγχος που αφαίρεσε τη δυνατότητα καλού παιχνιδιού από την
ομάδα. Όπως είχε γίνει και σε όλα σχεδόν τα προηγούμενα παιχνίδια της
προκριματικής αυτής φάσης, η Εθνική κατέβαινε για το λιγότερο δυνατό: να μη
δεχθεί τέρμα, να κάνει καμιά δυο φάσεις κι έχει ο Θεός. Ο Θεός είχε και πάλι,
ανάμεσα σε αναρίθμητες αμήχανες και προβλέψιμες κινήσεις, μια πάσα που τρύπησε
την άμυνα, είχε επίσης, σε μια οριακή φάση, κι έναν διαιτητή που πήρε τη
«λογικότερη» (για τον γηπεδούχο) απόφαση. Ένα γκολ ήταν προφανές ότι θα
αρκούσε, ένα γκολ βάλαμε κι αυτό χωρίς να δημιουργήσουμε ούτε μια πραγματική
ευκαιρία. Δεν υπάρχει καλύτερη εικονογράφηση της προχθεσινής απόδοσης από το
γεγονός ότι η μόνη πηγή ορμής για την Εθνική ερχόταν από έναν αμυντικό (τον
Σεϊταρίδη), αλλά ούτε αυτός ήταν ο καλύτερος παίκτης της: τον τίτλο κερδίζει
αναμφισβήτητα ένας άλλος αμυντικός, ο Δέλλας, που έσωσε δυο φορές την ομάδα σε
ένα παιχνίδι που οι αντίπαλοί της κατέβηκαν τρεις φορές τη σέντρα.


Σημαίνουν άραγε όλα αυτά ότι θα πάμε στην Πορτογαλία καταδικασμένοι; Κάθε
άλλο. Έτσι όπως έχει γίνει το σύγχρονο ποδόσφαιρο, ο συνδυασμός τύχης (αρκεί
να κρατήσει), ευψυχίας (αρκεί να μην υπάρξει επανάπαυση) και ομαδικού
πνεύματος (αρκεί να μη διαλυθεί λόγω της επιτυχίας) μπορεί να κάνει θαύματα.
Ως τέτοιο πάντως οφείλουμε να θεωρήσουμε την πρόκριση και ως τέτοιο να τη
χαρούμε πριν από την αναγκαστική προσγείωση.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από