Ενας ηθοποιός μόνος, ή σχεδόν μόνος, στη σκηνή, όταν η πλατεία είναι άδεια, όταν οι θεατές δεν έχουν καθίσει ακόμα στις θέσεις τους. Ενας ηθοποιός μόνος, όταν προετοιμάζεται, όταν κάνει πρόβα, όταν σκέφτεται, αναλογίζεται, αναπολεί ή ονειρεύεται. Ενας ηθοποιός χωρίς το κείμενο, πριν από τον ρόλο. Ενας ηθοποιός αντιμέτωπος με τον εαυτό του – φοβισμένος ίσως και τρομαγμένος, ενώπιος ενωπίω. Ή, καλύτερα, η μοναξιά του ηθοποιού πριν από την παράσταση. Μια μοναξιά που ίσως να μοιάζει με εκείνη του τερματοφύλακα πριν από τα πέναλτι…
Στην περίπτωση του «Barrymore – ο άνθρωπος πίσω από τον θρύλο» του Ουίλιαμ Λους, τόσο το πρόσωπο όσο και η συνθήκη, σκηνική, χρονική, συναισθηματική, μέσα στην οποία ο συγγραφέας τοποθετεί τον ήρωά του έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ενας ώριμος ηθοποιός εισέρχεται σε έναν θεατρικό χώρο. Μια εγκαταλελειμμένη σκηνή, μια αποθήκη σκηνικών, ένας χώρος προβών ή μια αναμέτρηση με όλα όσα έχει ζήσει, τα οποία και ποθεί να αναβιώσει. Ενας καλυμμένος με πανί θρόνος, ένα στέμμα, ένα κεφάλι αλόγου από γύψο, ένας καθρέφτης… Και μονολογεί, προσπαθώντας να αναβιώσει ένα παρελθόν μέσα από τον ρόλο του Ριχάρδου Γ΄, ερμηνεύοντας τον οποίο, κάποτε είχε ο ίδιος θριαμβεύσει. Είναι κουρασμένος, ο χρόνος έχει γράψει πάνω του, η φθορά είναι εκεί – ο εχθρός καραδοκεί. Κάπου κρυμμένος στα παρασκήνια ο υποβολέας – η φωνή της συνείδησης;
Γεννημένος ως John Sidney Blyth (1882-1942), ο Τζον Μπάριμορ υιοθέτησε το καλλιτεχνικό του επώνυμο «Μπάριμορ» όταν το είδε σε μια αφίσα στο Haymarket Theatre, στο Λονδίνο, και του άρεσε πολύ. Δεν ήξερε τότε ότι με αυτό το επώνυμο θα βαφτιζόταν, στη συνέχεια, μια ολόκληρη θεατρική οικογένεια, ή μάλλον δυναστεία, που φθάνει ως τις μέρες μας…
Με «εξειδίκευση» σε έργα για έναν ή μία (κυρίως) ηθοποιό και τους μονολόγους, ο αμερικανός θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος Ουίλιαμ Λους (William Aubert Luce, 1931-2019) έχει καταθέσει στο χαρτί και στη σκηνή μια σειρά από πορτρέτα διασήμων, με τον δικό του τρόπο. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα θεατρικά έργα – μονόλογοι για την Εμιλι Ντίκινσκον, τη Σαρλότ Μπροντέ, την Κάρεν Μπλίξεν, τη Λίλιαν Χέλμαν κ.ά. Από τις κορυφαίες «μονογραφίες» του, ο «Barrymore», γραμμένος το 1996, τον οποίο ερμήνευσε στο Μπρόντγουεϊ ο Κρίστοφερ Πλάμερ (Christopher Plummer), ρόλο που στη συνέχεια μετέφερε στη μεγάλη οθόνη μέσα από την ομώνυμη καναδική ταινία του Ερικ Κάνουελ το 2011.
Η ερμηνεία
Ο Δημήτρης Καταλειφός, στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Φοίβος Σαμαρτζής, γίνεται ο Μπάριμορ: μέσα από μια εσωτερική πορεία αναμετράται με τον ήρωα, σαν μια κατά μέτωπο αναμέτρηση με αυτό που σημαίνει να είσαι ηθοποιός, τότε, τώρα, πάντα. Και κάνει μια βαθιά κατάδυση στον ψυχισμό του, στην αδυναμία του να ξαναγίνει αυτό που ήταν, κόντρα στον χρόνο, στη φθορά, στη μνήμη που μπορεί και να χάνεται, στην επιτυχία που (ίσως) δεν θα ξανάρθει.
Παρέα με ένα μπουκάλι ουίσκι – ο Μπάριμορ ήταν αλκοολικός – επιστρέφει στο παρελθόν, βυθίζεται στις σκέψεις του, εξομολογείται, κοιτάζεται στον καθρέφτη. Ο Καταλειφός ακολουθεί τις μεταπτώσεις ενός ηθοποιού που έγινε μύθος και τρομάζει μαζί του ανακαλύπτοντας όλα όσα έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί. Μια ερμηνεία ουσιαστική, γοητευτική που αντικατοπτρίζει το επάγγελμα του ηθοποιού χωρίς φτιασίδια, χωρίς μακιγιάζ – και ξεγυμνώνεται. Η παρουσία – απουσία, η φωνή του υποβολέα Φρανκ – τον ερμηνεύει με τη σωστή δοσολογία αυστηρότητας και κατανόησης ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης –, συμβάλλει στο τελικό αποτέλεσμα. Ο Φοίβος Σαμαρτζής ενορχηστρώνει την παράσταση αφήνοντας το κείμενο (σε δική του μετάφραση) να λειτουργήσει σκηνικά, δίνοντας όλο τον χώρο στον ηθοποιό – Καταλειφό να περπατήσει όλη τη διαδρομή του ήρωα. Κι όταν εκείνος αποχωρήσει από τη σκηνή, ο υποβολέας (η συνείδησή του;) μένει πάνω για να συνεχίσει.








