Αν η Χάνα Άρεντ ζούσε και έβλεπε τον Μπεν Γκβιρ να απολαμβάνει γελώντας το θέαμα των σιδηροδέσμιων, σε στάση υποχρεωτικής βαθιάς προσκύνησης, συλληφθέντων που προσπάθησαν ειρηνικά να φθάσουν στη Γάζα – αν τον έβλεπε, θα ξανασκεπτόταν τη θέση της ότι δεν υπάρχει «ριζικό» αλλά μόνο κοινότυπο, ρηχό κακό.
Κατά την Άρεντ, ο Άιχμαν που δικαζόταν στο Ισραήλ το 1961 ήταν άχρωμος γραφειοκράτης που έπασχε από ασκεψία: προγραμμάτιζε μετακινήσεις που οδηγούσαν σε θάνατο εκατομμύρια εβραίους με την ίδια ευσυνειδησία που οι τουριστικοί πράκτορες οργανώνουν εκδρομές. Δεν σκεπτόταν τις συνέπειες των πράξεών του, αδιαφορούσε, ήταν ρηχός.
Δεν υπάρχει το «ριζικό κακό», συνεπέρανε, που είχε περιγράψει το 1951 στις Απαρχές του Ολοκληρωτισμού σαν χαρακτηριστικό της ναζιστικής Γερμανίας και της κομμουνιστικής Ρωσίας. Εκείνο καθιστούσε τους ανθρώπους περιττούς ως ανθρώπινες υπάρξεις, ξερίζωνε την ανθρώπινη φύση τους στα στρατόπεδα. Ήταν πρωτοφανές στην ιστορία, γέννημα της νεωτερικότητας, απρόσωπο.
Ο κ. Γκβίρ έχει πρόσωπο που λάμπει από χαρά – μπορεί όμως να μην είναι μοχθηρός άνθρωπος. Σίγουρα, κάποιους ανθρώπους αγαπάει, σκέπτεται, νοιάζεται. Δεν είναι προσωπικό το θέμα, business as usual είναι. Ως πολιτικός, υπουργός Πολέμου, αδιαφορεί για ανθρώπινα δικαιώματα και διεθνές δίκαιο. Μια υποχρέωση έχει: να νικήσει. Απολαμβάνει τη νίκη του λοιπόν, ο εξευτελισμός των συλληφθέντων είναι στοιχείο του θριάμβου του, σαν αυτούς των Ρωμαίων.
Η Άρεντ δεν θέλησε να παραδεχθεί ότι ο ολοκληρωτισμός και τα στρατόπεδα θανάτου ήσαν πολιτικά φαινόμενα με βαθιές ρίζες στην ιστορία. Προέκταση της ανθρωποφαγίας των ηττημένων στους Αζτέκους, της συμπεριφοράς των Αθηναίων στη Μήλο, των πυραμίδων με κομμένα κεφάλια των νεώτερων χρόνων, των αερίων στα χαρακώματα του 1914-18. Έπρεπε να είναι κάτι το μοναδικό, το ξεχωριστό, δημιούργημα της νεωτερικότητας, της τεχνολογίας, της μαζικής κοινωνίας. Γιατί η πολιτική είναι η ύψιστης περιωπής ανθρώπινη δραστηριότητα που ασκούσαν οι Αρχαίοι. Το νόημα της είναι η ελευθερία. Η βία, οι σφαγές, η εξόντωση μυριάδων είναι «προπολιτικά» φαινόμενα.
Ο υπουργός Γκβίρ όμως μας υπενθυμίζει ότι ο ίδιος, η κυβέρνηση στην οποία μετέχει και ισοπέδωσε τη Γάζα, η Χαμάς που έστελνε ανήλικα να γίνουν «μάρτυρες» και δολοφόνησε επιδρομικά 1.000 ανθρώπους, το Ιράν που έβαζε παιδιά να ανοίγουν δρόμο για τον στρατό μέσα από νάρκες, ο Ισλαμικός Στρατός, η Αλ Κάιντα, οι μισθοφόροι της Wagner – ότι όλα αυτά αποτελούν «ριζικό κακό».
Μόνο η πολιτική μπορεί να πραγματώσει αυτό το ριζικό κακό. Οι άνθρωποι το πολύ να είμαστε σαδιστές, μοχθηροί, γκάνγκστερ. Αυτά είναι προσωπικά εγκλήματα, αδιάφορα για την ιστορία, δεν είναι η μεγάλη θεσμική έκφραση του «ριζικού κακού» που απολάμβανε ευτυχισμένος ο κ. Γκβιρ.








