Δεν ήταν μια εσωτερική έρευνα. Δεν ήταν ένας ελεγκτικός μηχανισμός που λειτούργησε αθόρυβα και αποτελεσματικά. Δεν ήταν το ίδιο το σύστημα που εντόπισε το πρόβλημα. Ηταν ένα βίντεο. Ενα κινητό. Ενα reel.

Και αυτή είναι ίσως η πιο άβολη αλήθεια της υπόθεσης με τον αναισθησιολόγο που φέρεται να ζητούσε φακελάκι: ότι στην Ελλάδα του 2026 πολλές φορές δεν φοβόμαστε τον έλεγχο των θεσμών –  φοβόμαστε μήπως γίνουμε viral.

Τα social media έχουν μετατραπεί σε έναν άτυπο μηχανισμό λογοδοσίας. Εκεί όπου καθυστερούν οι Αρχές, εμφανίζεται ένα story. Εκεί όπου οι καταγγελίες χάνονται στη γραφειοκρατία, εμφανίζεται ένα TikTok. Κι εκεί όπου για χρόνια κάποιοι ψιθύριζαν «έτσι λειτουργεί το σύστημα», αρκούν λίγα δευτερόλεπτα βίντεο για να κινητοποιηθούν διοικήσεις, υπουργεία και εισαγγελείς.

Αυτή όμως, η άτυπη πλην όμως αποτελεσματική – όπως επιβεβαιώθηκε εκ των υστέρων – μέθοδος δημοσιοποίησης των κακώς κειμένων ενός συστήματος, περικλείει κάτι βαθιά αντιφατικό.

Από τη μία, είναι θετικό ότι οι πολίτες έχουν πλέον στη διάθεσή τους εργαλεία έκθεσης της αυθαιρεσίας. Οτι ένας άνθρωπος που αισθάνεται αδύναμος απέναντι σε ένα σύστημα μπορεί να κάνει ορατή την εμπειρία του. Πολλές υποθέσεις ίσως να μην έβγαιναν ποτέ στο φως χωρίς τη δύναμη της δημόσιας έκθεσης.

Από την άλλη όμως, είναι ανησυχητικό ότι η κοινωνία αρχίζει να πιστεύει πως τίποτα δεν κινείται αν πρώτα δεν γίνει περιεχόμενο στα social media. Χάνεται η εμπιστοσύνη στις διαδικασίες – στην καταγγελία, στην έρευνα και την αξιολόγηση της υπόθεσης, στη λογοδοσία, στην απόδοση δικαιοσύνης.

Και η στρεβλή αυτή πεποίθηση, επιβεβαιώνεται από την εξίσου στρεβλή ενεργοποίηση των μηχανισμών ελέγχου. Κοινώς, η δημοσιότητα του γεγονότος λειτούργησε.

Και κάπου εκεί αλλάζει και η ίδια η σχέση μας με την αλήθεια. Γιατί τα social media δεν είναι δικαστικό σώμα. Δεν λειτουργούν με κανόνες, με πρότυπες διαδικασίες, με ψυχραιμία, με αντικειμενικότητα. Λειτουργούν με συναίσθημα και ταχύτητα. Επιχειρούν να… γαργαλήσουν το δημόσιο ενδιαφέρον. Μπορούν να αποκαλύψουν πραγματικά σκάνδαλα. Μπορούν όμως και να μετατρέψουν σύνθετες υποθέσεις σε ψηφιακά λαϊκά δικαστήρια.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι ένα βιντεάκι αποκάλυψε κάτι σοβαρό. Το πρόβλημα είναι ότι, λίγο-πολύ, όλοι αναλογιστήκαμε τι θα συνέβαινε χωρίς αυτό. Μάλλον τίποτα.

Και αυτό λέει πολλά όχι μόνο για τα social media, αλλά κυρίως για την εμπιστοσύνη μας στους ίδιους τους θεσμούς. Και στους κινδύνους που ενέχει η άτυπη νομιμοποίηση της κρυφής βιντεοσκόπησης και δημοσιοποίησης κάθε συναλλαγής, κάθε διάδρασης – π.χ. του μαθητή που στα μουλωχτά έχει ενεργοποιήσει την κάμερα του κινητού τραβώντας τον εκνευρισμένο (άδικα;) καθηγητή, του πελάτη στο σουπερμάρκετ που τραβάει τον κατσουφιασμένο υπάλληλο κ.ο.κ.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail