Αποτελεί τη βασική μας συνθήκη για το ένα τρίτο της ζωής μας, όμως παραμένει εν πολλοίς ένα μυστήριο. Οι αρχαίοι Ελληνες του είχαν δώσει θεϊκή υπόσταση και ο Ομηρος τοποθέτησε την κατοικία του στη Λήμνο. Σήμερα, ο ύπνος μελετάται περισσότερο από ποτέ, καθώς νέες τεχνολογίες, όπως τα «έξυπνα» ρολόγια, συγκεντρώνουν δεδομένα και αναλύουν την ποιότητά του. Τα πλεονεκτήματα ενός καλού ύπνου είναι καταγεγραμμένα, ενώ είναι πλέον αποδεδειγμένο ότι ο κακός και μη συστηματικός ύπνος αυξάνει την πιθανότητα εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιακής ανακοπής, καθώς και την πιθανότητα εμφάνισης διατροφικών διαταραχών και άγχους.
Κι όμως, ο ύπνος των ανθρώπων φαίνεται να γίνεται πιο ασταθής τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα δε καταγράφεται διαρκής αύξηση στις πωλήσεις σκευασμάτων που βοηθούν τον οργανισμό να χαλαρώσει και να κοιμηθεί. Σύμφωνα με στοιχεία της IQVIA, παγκόσμιου παρόχου προηγμένων αναλυτικών στοιχείων, τεχνολογικών λύσεων και υπηρεσιών κλινικής έρευνας για τη βιομηχανία των επιστημών ζωής, που συλλέγει δεδομένα για τις πωλήσεις φαρμακείων στην Ελλάδα, παρατηρείται συνεχής και έντονη αύξηση στους όγκους μη φαρμακευτικών βοηθημάτων ύπνου από το 2020 και έπειτα. Πρόκειται για μη συνταγογραφούμενα σκευάσματα, που συνήθως περιέχουν μαγνήσιο ή/και μελατονίνη.
Συγκεκριμένα, σε σχέση με την περίοδο Ιανουαρίου – Μαρτίου του 2019, το πρώτο τρίμηνο του 2026 ο όγκος των πωλήσεων ήταν σχεδόν διπλάσιος (305.154 συσκευασίες έναντι 164.493). Κάθε μήνα της φετινής χρονιάς υπολογίζεται ότι πωλούνται περίπου 100.000 συσκευασίες βοηθημάτων ύπνου, ενώ η αύξηση του όγκου πωλήσεων από τον Μάρτιο του 2025 έως τον ίδιο μήνα του 2026 ανήλθε σε 4%. Επίσης, με βάση τα παραπάνω στοιχεία, οι υψηλότεροι όγκοι πωλήσεων παρατηρούνται συνήθως τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, αν και δεν αποκλείεται να πρόκειται για απλή σύμπτωση.
Παράλληλα, στο διάστημα 2019-2026 έχει παρατηρηθεί σημαντική άνοδος στις τιμές των εν λόγω σκευασμάτων, με τη μέση τιμή να διαμορφώνεται τον Μάρτιο του 2026 στα 9,73 ευρώ ανά συσκευασία, από 7,26 ευρώ τον ίδιο μήνα του 2019 (αύξηση 34%). Η συνολική εικόνα υποδηλώνει ότι αυτό πιθανώς συνδέεται με αλλαγές στη ζήτηση και την αναγνώριση της αξίας των εν λόγω προϊόντων μετά την πανδημία. Η εμφάνιση πληθώρας τηλεοπτικών, κυρίως, διαφημίσεων για βοηθήματα ύπνου μοιάζει να επιβεβαιώνει τόσο την αυξημένη ζήτηση όσο και τα περιθώρια περαιτέρω διείσδυσής τους στην αγορά.
Σημείο καμπής η COVID-19
Η πρώτη σαφής και απότομη άνοδος στις συνολικές πωλήσεις της κατηγορίας καταγράφεται μετά τον Μάρτιο του 2020, χρονικά ευθυγραμμισμένη με την πανδημία της COVID-19 και την έναρξη της πρώτης περιόδου γενικευμένου εγκλεισμού (lockdown). Αντίστοιχα, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, κατά τη διάρκεια του δεύτερου και πιο παρατεταμένου lockdown, παρατηρήθηκε περαιτέρω ενίσχυση της ανοδικής τάσης. Η εξέλιξη αυτή μοιάζει να επιβεβαιώνει ότι η αρχική αύξηση δεν ήταν ούτε τυχαία, ούτε προσωρινή, αλλά συνδέεται άμεσα με την περίοδο της πανδημίας και τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά την περίοδο αυτή.
Το διάστημα 2020-2022 φέρεται να αποτέλεσε την απαρχή μιας νέας εποχής σε ό,τι αφορά τον ύπνο. «Την περίοδο της πανδημίας, ο ύπνος μας χάλασε, αλλά υπήρχαν πάρα πολλά πράγματα που μπορούσαν να επηρεάσουν τον ύπνο εκείνη την εποχή. Αρκετοί επιστήμονες την περιγράφουν ως ένα είδος συλλογικού τραύματος, με συνθήκες μεγάλης ανησυχίας, που άλλαξαν τη ρουτίνα και τη σταθερότητα του προγράμματος και μείωσαν τον χρόνο έκθεσης στον ήλιο» αναφέρει στα «ΝΕΑ» η ψυχίατρος-υπνίατρος Πέρσα Παπαθεοδοσίου.
«Η COVID-19 έφερε τα παιδιά κοντά στη στέρηση ύπνου και αυτή ήταν μάλλον η μεγαλύτερή του επίπτωση» προσθέτει ο Αναστάσιος Μπονάκης, νευρολόγος και αναπληρωτής καθηγητής στο ΕΚΠΑ. «Ο ύπνος μιας κοινωνίας μεταβάλλεται ανάλογα με τις εξελίξεις σε αυτήν» υπογραμμίζει ο ίδιος και σημειώνει ότι τα τελευταία 20 χρόνια είναι συχνότερη η αϋπνία στο σύνολο του πληθυσμού, ενώ προηγουμένως το ζήτημα αφορούσε κυρίως γυναίκες στην εμμηνόπαυση.

«Είναι αρκετά συχνό και γίνεται ολοένα και συχνότερο το φαινόμενο να μην κοιμόμαστε όσο θα θέλαμε» λέει από τη μεριά του ο Παύλος Σακκάς, ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής στην ιατρική σχολή του ΕΚΠΑ. Οπως επισημαίνει, αυτό συμβαίνει γιατί συχνότατα βρισκόμαστε σε υπερένταση όταν ξαπλώνουμε για να κοιμηθούμε. «Δεν αφήνουμε τον οργανισμό να χαλαρώσει και να κοιμηθεί γιατί εκείνη τη στιγμή σκεφτόμαστε τα προβλήματά μας και πώς θα δώσουμε λύση σε αυτά: πώς θα πληρώσω το ρεύμα, αν θα με διώξουν από τη δουλειά μου κ.λπ.» λέει ο ψυχίατρος, ο οποίος τη δεκαετία του 1980 συμμετείχε στη δημιουργία του πρώτου εργαστηρίου ύπνου στην Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως υπογραμμίζει, η αϋπνία συχνά ανατροφοδοτείται. «Συνειδητοποιούμε ότι δεν μπορούμε να κοιμηθούμε, με αποτέλεσμα να μας πιάνει ακόμα μεγαλύτερο άγχος. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι καταφεύγουν σε διάφορα παραφαρμακευτικά προϊόντα» προσθέτει. Συχνά υπάρχει άλλωστε η «απειλή» του ξυπνητηριού, που μετρά αντίστροφα τον χρόνο μέχρι την εκκίνηση της ημέρας μας, αλλά και η θεωρία που θέλει κάθε άνθρωπο να χρειάζεται 8 ώρες ύπνου την ημέρα. «Γενικός κανόνας είναι το οκτάωρο ως μέση τιμή, όμως κάποιοι θέλουν 10-12 ώρες, ενώ άλλοι χρειάζονται 5-6 ώρες» λέει ο Αναστάσιος Μπονάκης.
«Η διάρκεια του ύπνου καθορίζεται ανάλογα με τον άνθρωπο, εξαρτάται από το πώς έχει μάθει κανείς τον οργανισμό του να κάνει αυτή την απαραίτητη διαδικασία της αρχειοθέτησης του υλικού και της αναβάθμισης του συστήματος. Κάποιοι το κάνουν γρήγορα, άλλοι πιο χαλαρά» υπογραμμίζει ο Παύλος Σακκάς. Αλλος «μύθος» γύρω από τον ύπνο είναι η ιδέα ότι κοιμόμαστε καλύτερα όταν κοιμόμαστε νωρίς, π.χ. μεταξύ 10 μ.μ. και 6 π.μ. «Αυτό που χρειάζεται είναι σταθερότητα, που μπορεί να “σπάει” έως και δύο φορές την εβδομάδα σε ανθρώπους που κοιμούνται γενικά καλά» τονίζει η Πέρσα Παπαθεοδοσίου.
Κινητά και σόσιαλ μίντια
Δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που αποκτούν μια «εμμονή» με τον ύπνο τους και την ποιότητά του. Το φαινόμενο, αν και δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί επιστημονικά, έχει ονομαστεί «ορθοσόμνια» από την ελληνική λέξη «ορθός» και τη λατινική «somnus» (ύπνος) και αφορά την υπέρμετρη ενασχόληση ανθρώπων με τη συλλογή δεδομένων για την ποιότητα του ύπνου τους, κυρίως μέσω «έξυπνων» ρολογιών. Η ενασχόληση αυτή συχνά προκαλεί άγχος στα άτομα, που περνούν περισσότερες ώρες από αυτές που χρειάζονται στο κρεβάτι.
Επιπλέον, την τελευταία δεκαπενταετία ο ύπνος μας έχει επηρεαστεί και από την «εισβολή» του smartphone σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Σήμερα, οι περισσότεροι περιμένουν να κλείσουν τα μάτια τους καθώς «σκρολάρουν» σε εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης. Η εξειδικευμένη υπνίατρος εξηγεί ότι πρόκειται για μια άνιση μάχη: «Τα καλύτερα μυαλά της Silicon Valley έχουν σκεφτεί όλη την ημέρα πώς θα κρατήσουν τον χρήστη λίγο παραπάνω στην εφαρμογή, ενώ εκείνος είναι κουρασμένος, πεινασμένος, εκνευρισμένος». Επισημαίνει, πάντως, ότι η φωτεινότητα της οθόνης δεν αποτελεί τόσο μεγάλο πρόβλημα όσο η ψυχική και γνωσιακή διέγερση από τη χρήση του κινητού.
Ο Αναστάσιος Μπονάκης στέκεται ειδικότερα στις νεότερες ηλικίες: «Οι οθόνες αυξάνουν την έκθεση σε στέρηση ύπνου, ειδικά στους ανηλίκους. Τα παιδιά προτιμούν να περνούν ώρες σε μία οθόνη, ειδικά μετά τις 11 το βράδυ. Ομως ταυτόχρονα πρέπει να ξυπνήσουν νωρίς το επόμενο πρωί για να πάνε στο σχολείο». Είναι γενικώς αποδεκτό, άλλωστε, ότι στην εφηβεία, ο ύπνος μετατοπίζεται πιο αργά, ενώ με την πάροδο του χρόνου επανέρχεται νωρίτερα.
Τα «κλειδιά» κατά της αϋπνίας
Η δυσκολία στον ύπνο, πάντως, είναι αντιμετωπίσιμη – και όχι απαραίτητα με σκευάσματα, αν και μπορούν και αυτά να βοηθήσουν. Η μελατονίνη, για παράδειγμα, σηματοδοτεί στον οργανισμό ότι έχει πέσει το σκοτάδι και έτσι τον προετοιμάζει για τον ύπνο. «Ο πιο ουσιαστικός τρόπος ρύθμισης του ύπνου είναι η αλλαγή της συμπεριφοράς» υπογραμμίζει η Πέρσα Παπαθεοδοσίου και σημειώνει ότι «το καλύτερο είναι να εμπιστευόμαστε το σώμα μας ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι ο ύπνος μας θα είναι κακός κάποια βράδια».
«Η πρώτη θεραπεία για την αϋπνία είναι να στοχεύσουμε τις συμπεριφορές που τη συντηρούν: πολλές ώρες στο κρεβάτι, αποφυγή υποχρεώσεων μέσα στην ημέρα με αποτέλεσμα να τις σκεφτόμαστε πριν κοιμηθούμε, οι πολύ αυστηροί κανόνες γύρω από τον ύπνο κ.ά. Αυτά συντηρούν τον φόβο και το άγχος γύρω από τον ύπνο. Πρέπει να εμπιστευτούμε τον ύπνο, δεν του αρέσει να τον κυνηγούν – άλλωστε, λέμε “με παίρνει ο ύπνος”, αυτός είναι το υποκείμενο που ενεργεί» προσθέτει η υπνίατρος.
Το «κλειδί» για καλό ύπνο είναι η σταθερότητα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως είναι «πανάκεια». «Η συμβουλή για να κοιμάται κάποιος την ίδια σταθερή ώρα κάθε μέρα μπορεί να γίνει μεγάλη τροχοπέδη. Η σταθερή ώρα στον ύπνο είναι πολύ σημαντικός παράγοντας, αλλά αυτό συνήθως έρχεται ως αποτέλεσμα του ότι ξυπνά σταθερή ώρα, έχει έκθεση στο φως, δραστηριότητα και μια σχετικά σταθερή καθημερινότητα – και έτσι φυσιολογικά νυστάζει περίπου την ίδια ώρα το βράδυ».
Υπάρχουν βέβαια και ορισμένες καταστάσεις που χρειάζεται παρακολούθηση έξω από τα όρια της συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας, όπως είναι οι διαταραχές στην αναπνοή (άπνοια) ή το σύνδρομο των ανήσυχων άκρων. Στην περίπτωση της άπνοιας συνιστάται μελέτη ύπνου σε ειδική κλινική, ενώ για το σύνδρομο των ανήσυχων άκρων μπορεί να δοθεί ειδική αγωγή.








