Στη «σεισμικών διαστάσεων» συναυλία των Metallica στην Αθήνα, η χεβιμεταλάδικη μπάντα έπαιξε ένα απόσπασμα από τον «Ζορμπά» του Μίκη Θεοδωράκη. Στην πρώτη του, νομίζω, πρόβα της Γιουροβίζιον, ο συμπαθέστατος Ακύλας περπάτησε σε γαλάζιο χαλί υπό τους ήχους του «Ζορμπά». Και δεν θυμάμαι σε ποια απονομή αθλητικών μεταλλίων – έχω την εντύπωση στον Λευτέρη Πετρούνια – από τα μεγάφωνα του σταδίου ακούστηκε, αντί για τον εθνικό ύμνο, η εισαγωγή του Ζορμπά. Και δεν είναι λίγοι οι ξένοι που αυτά τα δύο τα μπερδεύουν.

Θυμάμαι, ωστόσο, δημοσιογράφο να ρωτάει τον Μίλτο Τεντόγλου, ύστερα από κάποια πρωτιά του, πώς αισθάνθηκε όταν μέσα στο στάδιο ακούστηκε ο «Ζορμπάς». Και αυτός ο υπέροχος αποστασιοποιημένος αθλητής απάντησε «Δεν ξέρω… Τίποτα».

Τι είναι τελικά αυτό το μουσικό κομμάτι που έχει ταυτιστεί απόλυτα όχι ακριβώς με την ελληνικότητα αλλά με αυτό που λέμε «ελληνική ψυχή»; Πρώτα απ’ όλα είναι μια σπουδαία σύνθεση. Το βαρύ, στακάτο τέμπο της αρχής (συγχωρέστε με αν δεν χρησιμοποιώ τη σωστή ορολογία, δεν είμαι μουσικός, μην την πάθω σαν τον Καλύβα) εξελίσσεται σε ένα διονυσιακό ρυθμό που δεν ξεσηκώνει απλώς· με κάποιον τρόπο απελευθερώνει – το έχουν αυτό οι μουσικές του Θεοδωράκη. Ο «Ζορμπάς» γράφτηκε για την ελληνοβρετανική ταινία του 1964, «Zorba the Greek», σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» και κέρδισε τρία βραβεία Οσκαρ.

Για να δούμε όμως τι μένει, όταν συμβολοποιούμε τον Ζορμπά ως τύπο ανθρώπου. Οταν τον βγάζουμε δηλαδή από το φυσικό του «περιβάλλον» που είναι η λογοτεχνική ούγια του Καζαντζάκη και οι μουσικοί κραδασμοί του Θεοδωράκη ή ακόμη και την κινηματογραφική ματιά του Κακογιάννη. Γιατί δεν πιστεύω ότι όσοι – Ελληνες και ξένοι – εκστασιάζονται ακούγοντας τον «Ζορμπά» και, πριν καν τη μουσική κορύφωση, αρχίζουν να κουνάνε τα χέρια και τους γοφούς τους «χορεύοντας» κάτι που μοιάζει μάλλον σε τσιφτετέλι, έχουν διαβάσει το βιβλίο ή έχουν δει την ταινία. Αντε να έχουν υπόψη τους τη σκηνή με το συρτάκι του Αντονι Κουίν και του Αλαν Μπέιτς.

Τι είναι λοιπόν ο «Ζορμπάς» χωρίς τα καλλιτεχνικά «ρούχα» των δημιουργών του; Τι είναι αυτό που καταγράφηκε, ως σύμβολο της ελληνικής ψυχής. Ενας άνθρωπος ακατέργαστος, ή μάλλον «κατεργασμένος» από την ίδια τη ζωή, που αφήνεται στο πάθος και τα πάθη του και, στα δύσκολα, κλείνει τα μάτια του, γέρνει το κεφάλι πίσω κι αρχίζει να χορεύει συρτάκι. Από το απλό, το περπατητό, έως το ξέφρενο, το χοροπηδηχτό.

Μας αρέσει να μας θεωρούν έτσι; Δηλαδή έναν λαό που, όταν στριμώχνεται από την πραγματικότητα, κλείνεται σε ένα δικό του διονυσιακό σύμπαν και χορεύει; Το 1964 που γυρίστηκε η ταινία, η Ελλάδα, ως τουριστικό προϊόν, «πουλούσε» ήλιο, θάλασσα κι ανέμελη ζωή. Εξήντα δύο χρόνια μετά, έχουμε περάσει πολλά και δύσκολα. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Εμείς, θέλουμε ακόμη να μας αντιμετωπίζουν σαν έναν γραφικό λαό που ξορκίζει τα πάντα με το glenti και το kefi;

Ο «Ζορμπάς» εκτός συμβολισμού

Να ξεκαθαρίσω κάτι. Ο Ζορμπάς είναι ένας εξαιρετικά σμιλεμένος από τον Καζαντζάκη ήρωας. Ο συγγραφέας, με έμπνευση από πραγματικό πρόσωπο, τον σκάλισε, τον δούλεψε, του άνοιξε ρωγμές και τρύπες μέσα από τις οποίες μπορούμε να δούμε το εσωτερικό του που κάθε άλλο παρά χορεύει, που στην ουσία παραδίνεται, ενώ δίνει την εντύπωση ότι απελευθερώνεται. Ηρωας πολυεπίπεδος και πολυδιάστατος. Ολα αυτά δηλαδή που απαλείφει η συμβολοποίηση.

Από την άλλη ο Θεοδωράκης έγραψε ένα σπουδαίο κομμάτι, που σήμερα είναι ανάμεσα σε αυτά με τις περισσότερες διασκευές σε όλο τον κόσμο. Η μουσική του έχει τέτοια δύναμη που, εκτός από τους στίχους που του έβαλε επί χούντας ο Βαγγέλης Γκούφας για να το τραγουδήσει η Μελίνα Μερκούρη, ως αντιστασιακό, «έκανε καριέρα» ως ορχηστρικό. Και το 1987, ο Μίκης μάς χάρισε και τη συμφωνική του εκδοχή.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail