Ηταν η μέρα που απασφάλισε η συλλογική μας συνείδηση. Που χάθηκε το μέτρο. Που θόλωσαν οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αιτίας και αιτιατού, δικαιώματος και ευθύνης, θυτών και θυμάτων, γενναιότητας και κουτσαβακισμού, ιδεοληψίας και ιδεολογίας, ψευδαίσθησης και πραγματικότητας, περηφάνιας και προκατάληψης. Εκείνη η 5η Μαΐου πριν από δεξαέξι χρόνια.

Λίγες ημέρες πριν, ο τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε από το Καστελλόριζο την οικονομική κηδεμονία της χώρας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τι τα ήθελε τα πολλά λόγια; Θα μπορούσε να το πει και με μία φράση στα αγγλικά. Party is over. Ο μπουφές τέλειωσε, το μπαρ άδειασε και ήρθαν να πάρουν τα έπιπλα και τα φυτά που είχαμε δανειστεί, για να γίνει πιο γκλάμουρ η ατμόσφαιρα.

Εξι μόλις χρόνια μετά την ευωχία των Ολυμπιακών Αγώνων, τρία από τότε που η Ελλάδα ήταν, σε σχέση με τον πληθυσμό της, η πρώτη χώρα στον κόσμο σε κατανάλωση ειδών πολυτελείας, η φούσκα έσπασε. Το ταμείο ήταν μείον. Και όπως συμβαίνει και στις φαμίλιες όταν πτωχεύουν, όλοι έδειχναν και από έναν βολικό φταίχτη εξαιρώντας τον εαυτό τους. Τότε έφταιγαν οι δανειστές που είχαν το απύθμενο θράσος να ζητούν την αποπλήρωση των δανεικών, οι κυβερνώντες και, κυρίως, οι τράπεζες. Δηλαδή οι υπάλληλοί της. Να θυμηθούμε πώς τους έλεγαν; «Τα κτήνη με τα λευκά κολάρα». Κι εγώ θυμάμαι επαγγελματία, αλληλέγγυο, στρατευμένο – και μπράβο του ως προς αυτό – στη φροντίδα των μεταναστών, να τους εύχεται ψόφους, καρκίνους και θανάτους.

Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, είχε κηρυχθεί γενική απεργία, η Αθήνα πλημμύρισε από κόσμο που διαδήλωνε εναντίον των οικονομικών μέτρων. Η οργή ξεχείλιζε, ο κοινωνικός αυτοματισμός είχε αρχίσει να πιάνει ρίζες, οι «ένοχοι» για τη χρεοκοπία είχαν εντοπισθεί, είχαν δικασθεί κι η καταδικαστική απόφαση είχε βγει με συνοπτικές διαδικασίες.

Ο κόσμος είχε χωριστεί σε «προδότες» και «αγωνιστές». Ετσι, ο εμπρησμός της Μαρφίν έμοιαζε με το χρονικό μίας προαναγγελθείσης τριπλής, ή μάλλον τετραπλής, δολοφονίας. Και μπορεί, όπως λένε αυτόπτες μάρτυρες, η επίθεση στην τράπεζα της Σταδίου να έγινε από οργανωμένη ομάδα που δρούσε ανεξάρτητα από το κύριο σώμα της πορείας, αλλά η συνολική μας συνείδηση είχε διαβρωθεί ήδη τόσο πολύ που δεν εξεγέρθηκε. Και θεωρώ ότι, έως σήμερα, δεν έχουμε όλοι συνειδητοποιήσει ότι αυτή η αναμαλλιασμένη γυναίκα στο φλεγόμενο μπαλκόνι που ζητά απεγνωσμένα βοήθεια δεν είναι κατασκευή τεχνητής νοημοσύνης.

Διότι εδώ δολοφόνος είναι η πιο διαστρεβλωμένη εκδοχή της «λαϊκής οργής», αυτή που έχει ταυτιστεί με το θέλημα του Θεού· που στοχοποιεί απλούς πολίτες. Και που, από τότε, «κατεβαίνει» κάθε τόσο στους δρόμους, ως τιμωρός, ενώ συγχρόνως θεωρεί δεδομένη την απαλλαγή της από δικά της εγκλήματα. Διότι ακόμη κι αν δεν είναι δικό της το έγκλημα, θα έπρεπε να διαμαρτυρηθεί, επειδή έγινε στο όνομά της.

Οι ανεπιθύμητοι νεκροί

Η Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών, ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών και η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών και τεσσάρων μηνών έγκυος, είναι οι «ανεπιθύμητοι νεκροί» του λεγόμενου αντιμνημονιακού αγώνα. Δεν ξέρω – ή καμώνομαι ότι δεν ξέρω – ποιους δεν βόλευε η αποκάλυψη των ενόχων, αλλά πρέπει να είναι πολλοί, αφού 16 χρόνια μετά παραμένουν άγνωστοι. Και μέσα σε αυτό το διάστημα, εκτός από κάτι μεμονωμένες πρωτοβουλίες, καμία συγκέντρωση, καμία διαδήλωση, καμία πορεία γι’ αυτές τις δολοφονίες. Κανένα «δεν έχω οξυγόνο». Ουδεμία λαϊκή απαίτηση, να βρεθούν οι ένοχοι. Νομίζω ότι κάποιοι, αν μπορούσαν, θα έκαιγαν αυτούς τους ανθρώπους ξανά και ξανά.

Οταν τον Μάιο του 2020 στήθηκε τιμητική μαρμάρινη πλάκα στο σημείο, από την αντιπολίτευση μόνο η αείμνηστη Φώφη Γεννηματά ήταν εκεί. Και έπειτα από λίγες ημέρες, η πλάκα βανδαλίστηκε· όπως έγινε πολλές φορές, όπως έγινε και μετά την πρώτη πορεία για την τραγωδία των Τεμπών. Αυτοί οι νεκροί φαίνεται ότι περισσεύουν, δεν χωράνε στη συλλογική μας συνείδηση. Ας είναι· υπάρχουν κάποιοι που θα επιμένουν να τους κάνουν χώρο.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000