Στο πρώτο σπίτι που αγόρασε για τον εαυτό της, στα 35 της, στο Μπρέντγουντ του Λος Αντζελες, η Μέριλιν Μονρόε φτιάχνει ένα ποτό. Εχει τεκίλα, αλλά δεν ξέρει με τι να τη συνδυάσει. Την έχει δοκιμάσει με σαμπάνια παλιότερα και της φάνηκε υπερβολικό. Ακούγεται το τσούγκρισμα των ποτηριών, πάγος, τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων από τους γύρω δρόμους. Ζητάει από τη δημοσιογράφο που φροντίζει τις δημόσιες σχέσεις της, την Πατ Νιούκομπ, να απαντήσει στο τηλέφωνο. «Κι αν είναι κανένας Ιταλός, πες του ότι έφυγα, για πάντα!». Ξεσπά σε δυνατά γέλια. Είναι μια σχεδιάστρια, ρωτάει αν θέλει κουμπιά στο καινούργιο της φόρεμα. «Οχι κουμπιά», φωνάζει. «Πες της ότι θα το φορέσω εφαρμοστό. Αλλά πες της ευχαριστώ».

Είναι η Μονρόε όπως δεν την έχουμε ξανακούσει: σε μια αυθόρμητη συνέντευξη που ηχογραφήθηκε σε δύο ημέρες, 28 και 29 Ιουνίου 1962, για το περιοδικό «Life». Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 3 Αυγούστου, μία ημέρα πριν πεθάνει από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών, και μερικά λεπτά της ηχογράφησης είχαν χρησιμοποιηθεί σε ένα ντοκιμαντέρ του HBO το 1992. Το μεγαλύτερο μέρος της, όμως, δεν το είχε ακούσει κανείς ποτέ μέχρι σήμερα.

Στις 28 Μαΐου και με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη γέννηση της ηθοποιού, ολόκληρη η απομαγνητοφώνηση της τετράωρης ηχογράφησης, ηλικίας 64 ετών, θα κυκλοφορήσει σε μορφή βιβλίου. Η έκδοση, δε, συνοδεύεται από εκατοντάδες ανέκδοτες φωτογραφίες από τη φωτογράφιση του Αλαν Γκραντ για το περιοδικό, η ύπαρξη των οποίων ήταν άγνωστη καθώς μόλις πέρυσι η σύζυγος του φωτογράφου αποφάσισε να τις δώσει στη δημοσιότητα. Και μια πρώτη αποκλειστική παρουσίαση του βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Μέριλιν: οι χαμένες φωτογραφίες και η χαμένη συνέντευξη» (εκδ. Weldon Owen) φιλοξενεί στις σελίδες της η βρετανική εφημερίδα «Times».

Σε αυτή τη συζήτηση ο αναπληρωτής αρχισυντάκτης του «Life» Ρίτσαρντ Μέριμαν βρίσκεται απέναντι σε μια έξυπνη, αστεία, με αυτογνωσία και δημοφιλή γυναίκα. Είναι αιχμηρή προς τον συμπρωταγωνιστή της στην ταινία «Μερικοί το προτιμούν καυτό», Τόνι Κέρτις, και μιλάει για σκηνές που περιέχουν σεξ, για το γυμνό ημερολόγιό της, για τη γήρανση και για το τραγούδι της με αποδέκτη τον Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι.

Μιμήσεις και γέλια

Ακούγεται να μιμείται φωνές άλλων – από τους εργαζομένους στην αποκομιδή απορριμμάτων έως τον Κλαρκ Γκέιμπλ. Γελάει συχνά και αντιμετωπίζει με στωικότητα την επιμονή του Μέριμαν στην ίδια ερώτηση: Πώς είναι στ’ αλήθεια η φήμη; «Είναι σαν το χαβιάρι», λέει η Μονρόε. «Είναι ωραίο να έχεις χαβιάρι, αλλά όταν το έχεις κάθε μέρα… γίνεται υπερβολικό».

Σταματά. «Μιλώντας για χαβιάρι, τι λες για ένα ποτό;», ρωτά τον μόλις λίγους μήνες μεγαλύτερό της δημοσιογράφο. Εκείνος αρνείται κι ακούγεται να λέει: «Φοβάμαι ότι θέλω να κρατήσω καθαρό το μυαλό μου». «Α, λοιπόν», απαντά η Μονρόε με έναν αναστεναγμό, «το δικό μου είναι κάπως θολό».

Τον Ιούνιο του 1962 βρισκόταν σε ένα καθοριστικό σταυροδρόμι της ζωής της. Δεν ήταν πια η αφελής ξανθιά των ’50s από το «Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθιές»· ούτε μπορούσε να διεκδικήσει τις αμοιβές ή τα σενάρια μιας σύγχρονής της, όπως η Ελίζαμπεθ Τέιλορ. Είχε πάρει τρία διαζύγια και αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα υγείας που την είχαν καταστήσει εξαρτημένη από υπνωτικά και βαρβιτουρικά.

Μετά τον θάνατό της, ο Μέριμαν τιτλοφόρησε τη συνέντευξη «Μια τελευταία μεγάλη κουβέντα με ένα μοναχικό κορίτσι», και πράγματι κάποιες στιγμές ακούγεται κουρασμένη και πληγωμένη. Αργά τη νύχτα, πίνοντας σαμπάνια, ο λόγος της γίνεται πιο αργός, επαναληπτικός, επιστρέφει σε παλιές αδικίες.

Οι γυμνές φωτογραφίσεις

Κάπου εκεί λέει ότι μια νεαρή ηθοποιός ζήτησε τη συμβουλή της όταν άρχισαν να κυκλοφορούν γυμνές φωτογραφίες της. «Δεν μπορώ να περιγράψω τις πόζες, είναι αδύνατο, και δεν θέλω να προσβάλω τους αναγνώστες σας. Της είπα: “Ξέρεις, δεν είμαι πουριτανή σ’ αυτό το θέμα, αλλά γιατί το έκανες;”. Κι εκείνη απάντησε: “Για τον ίδιο λόγο που το έκανες κι εσύ: για να γίνω διάσημη”».

Αυτό ήταν παρεξήγηση, λέει η Μονρόε. Εκείνη έκανε τη γυμνή φωτογράφιση «red velvet», για 50 δολάρια, για να πληρώσει το ενοίκιό της, και είχε ήδη πετύχει όταν οι φωτογραφίες επανεμφανίστηκαν χρόνια αργότερα. Το μετάνιωσε; ρωτά ο Μέριμαν. «Ε, ναι, ένιωσα λίγο αμήχανα», λέει, χωρίς να ακούγεται καθόλου αμήχανη. «Θεέ μου, να ‘μαι εγώ με τα οπίσθιά μου φόρα παρτίδα!».

Αμήχανα, ο Μέριμαν τη ρωτά πώς διατηρείται σε φόρμα. «Πρέπει να έχεις μια κακή χοληδόχο κύστη και να κάνεις δίαιτα χαμηλής χοληστερόλης», λέει γελώντας. «Δεν έκανα ούτε μία άσκηση. Νοίκιασα ένα ποδήλατο και το χρησιμοποίησα μία φορά. Το έχω από τη γιαγιά μου».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000