Η Φρανσουάζ Ζιλό – η μόνη από τις ερωμένες του Πάμπλο Πικάσο που τον άφησε πριν την αφήσει εκείνος – έγραψε στα απομνημονεύματά της ότι εκείνος θεωρούσε τις γυναίκες είτε «θεές» είτε «χαλάκια». Ο Πικάσο ήταν ένας τυραννικός ερωτικός σύντροφος: δύο από τις ερωμένες του αυτοκτόνησαν, μία κατέρρευσε ψυχολογικά, ενώ άλλες αντιμετώπισαν διάφορα προβλήματα.

Αλλά ίσως το χειρότερο πράγμα που έκανε ποτέ στις γυναίκες ήταν να τις ζωγραφίζει. Ή μάλλον να τις παραμορφώνει γεωμετρικά, κατά την κυβιστική του τεχνοτροπία, να τους αλλάζει τα χαρακτηριστικά για να τις ευθυγραμμίσει στο ιδανικό του, κλέβοντας την ομορφιά τους για να τις κρατήσει αιχμάλωτες. Η Ζιλό το ήξερε αυτό και αρνιόταν να αναγνωρίσει τον εαυτό της στους πίνακες που έφτιαχνε για εκείνη. «Αυτό που έβλεπα σε αυτούς», έγραψε, «ήταν εκείνος, όχι εγώ».

Μπορεί ο Πικάσο να ακυρωθεί σήμερα εξαιτίας της κακοποιητικής συμπεριφοράς του προς τις γυναίκες και με αυτό το πρίσμα ο κόσμος της τέχνης να επανεκτιμήσει το έργο του; Η ερώτηση είναι η αφετηρία της κριτικής που κάνει ο επιμελητής και εικαστικός Ζάκαρι Γκίνσμπεργκ στο αμερικανικό περιοδικό ιδεών «The Point».

Καμία από τις προσπάθειες να αμφισβητηθεί ή να υποβαθμιστεί η ιδιοφυΐα και η σπουδαιότητα του Πικάσο δεν άλλαξε, ούτε θα μπορούσε ποτέ να αλλάξει, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την τέχνη του, γράφει ο συγγραφέας του άρθρου. Γιατί ο Πικάσο ήξερε ότι ήταν ατίθασος, χωρίς αναστολές και το απολάμβανε. Καθώς πλησίαζε στη μέση ηλικία, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η συμπεριφορά του ήταν λανθασμένη, ακόμα κι αν δεν ήθελε ή δεν ήξερε πώς να τη σταματήσει.

Ομως μπορούσε να την αποτυπώσει, σημειώνει ο Ζάκαρι Γκίνσμπεργκ αντλώντας επιχειρήματα από έργα τα οποία παρουσιάστηκαν στην έκθεση στο Μουσείο Τέχνης του Κλίβελαντ το 2025 με τίτλο «Ο Πικάσο και το χαρτί». Οπως συμβαίνει με σχεδόν κάθε καλλιτέχνη, τα σχέδια και τα χαρακτικά του προσφέρουν μια άμεση πρόσβαση στην ψυχή του. Κρεμασμένα πίσω από γυαλί σε ένα μουσείο, τα σχέδια και τα χαρακτικά του μοιάζουν με εξομολογητικά αντικείμενα.

Σε αυτά εντοπίζει κανείς ένα από τα πιο ισχυρά alter ego του, τον Μινώταυρο. Η αγριότητα του ταύρου και η ωριμότητα του άνδρα είναι αδιαχώριστες στις σειρές χαρακτικών του στις οποίες ο Μινώταυρος απεικονίζεται άλλοτε ως ευαίσθητο σχεδόν θηλυπρεπές πλάσμα και άλλοτε κυρίαρχος σε σκηνές βιασμού και βαρβαρότητας. Ομως, καθώς ο Πικάσο γερνούσε, σταμάτησε να απεικονίζει το κακό ως μια δύναμη που τον κυρίευε και άρχισε να το απεικονίζει ως ένα χαρακτηριστικό που ο ίδιος καλλιεργούσε. Επέστρεψε στο θέμα «ο καλλιτέχνης και το μοντέλο του», απεικονίζοντας συχνά τον άνδρα καλλιτέχνη ως διεστραμμένο δίπλα στις τέλειες γυναίκες που πόζαραν γι’ αυτόν.

Στο έργο του ο Πικάσο ασχολείται με τον εαυτό του. Με τη δική του τερατωδία. Και δεν υπάρχει καμία απόλαυση για τον θεατή, παρατηρεί ο Ζάκαρι Γκίνσμπεργκ. «Είναι βασανιστικό, ενσαρκώνοντας τόσο το ηθικό βάρος των αμαρτιών του όσο και τη δυσκολία του να ζει μαζί τους. Ενώ τα πιο διάσημα έργα τέχνης του ξεχωρίζουν για τα καλλιτεχνικά τους επιτεύγματα – ριζοσπαστικές καινοτομίες στην τεχνική και τη μορφή – οι προσπάθειές του να απεικονίσει τον εαυτό του στο χειρότερό του είναι ακόμη πιο βαθιά ανθρώπινα επιτεύγματα. Δίνουν φωνή στην ανεπίλυτη επιθυμία να τα καταστρέψεις όλα και να αφεθείς. Ο Πικάσο βουτάει μέσα στη συνείδησή του, παλεύει με τον διάβολο και φέρνει πίσω ένα κομμάτι σάρκας».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000