Η ΔΕΗ προχωράει σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου κατά 4 δισ. ευρώ στις επόμενες μέρες στο πλαίσιο υλοποίησης του Στρατηγικού Σχεδίου 2030. Η συζήτηση σχετικά με τον ρόλο της ΔΕΗ, σε μία συνθήκη παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης και κρίσης του κόστους ζωής, πρέπει να γίνει με ανοιχτά χαρτιά, διαφάνεια και λογοδοσία. Αλλωστε, πρόκειται για αποφάσεις που δεν αφορούν μόνο τη – διορισμένη από την κυβέρνηση Μητσοτάκη – διοίκηση της ΔΕΗ, τα golden boys και τους μετόχους της εταιρείας, αλλά όλη την ελληνική κοινωνία.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια μία συζήτηση για την ενίσχυση του ρόλου και της συμμετοχής του Δημοσίου σε επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας. Και αυτό, γιατί το ηλεκτρικό ρεύμα είναι ένα στρατηγικά κρίσιμο αγαθό, μιας και από την τιμή του, τη διανομή του αλλά και από τον τρόπο παραγωγής του, εξαρτάται το κόστος ζωής των νοικοκυριών, το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων αλλά και η προστασία του περιβάλλοντος.
Σε έναν σκληρά ολιγοπωλιακό κλάδο, όπως είναι η παραγωγή ενέργειας, η ύπαρξη μίας δημόσιας επιχείρησης που λειτουργεί με κοινωνικά και αναπτυξιακά κριτήρια θα έπρεπε να είναι ο κανόνας.
Το ελληνικό Δημόσιο μέχρι την προηγούμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, το 2022, κατείχε το 51% της ΔΕΗ. Τότε η κυβέρνηση πήρε την εγκληματική απόφαση να μη συμμετάσχει στην αύξηση, με αποτέλεσμα να χάσει την πλειοψηφία του Δημοσίου και να ενισχυθεί ο ρόλος funds, όπως η CVC, στο μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΗ.
Χάνοντας την πλειοψηφία το Δημόσιο, η ΔΕΗ μετατράπηκε σε μία εταιρεία με αποκλειστικό στόχο τη μεγιστοποίηση της μετοχικής της αξίας, έτσι ώστε να αυξάνονται τα μερίσματα που διανέμει στους μετόχους της αλλά και οι απολαβές των golden boys της, με τη μορφή των bonus. Επομένως, η εκτίναξη της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος αποτέλεσε «μάννα εξ ουρανού» για τη διοίκηση της ΔΕΗ, αφού έδωσε την ευκαιρία στην επιχείρηση να εκτινάξει τα κέρδη της, εις βάρος όμως των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που είδαν τις τιμές λιανικής να εκτοξεύονται από το 2019 ως σήμερα.
Αντίθετα μία δημόσια ΔΕΗ με αναπτυξιακά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια θα μπορούσε να κρατήσει τις τιμές πιο χαμηλά σε ολόκληρο τον κλάδο και να εξαναγκάσει μέσω του ανταγωνισμού και τις άλλες επιχειρήσεις του ολιγοπωλίου, να κάνουν το ίδιο. Μπορεί τα κέρδη, τα μερίσματα και τα bonus των στελεχών να μην ήταν τόσο μεγάλα, αλλά το όφελος για την κοινωνία θα ήταν πολλαπλώς μεγαλύτερο.
Η αντίφαση της στρατηγικής της κυβέρνησης και της διορισμένης διοίκησης της ΔΕΗ με τα συμφέροντα της κοινωνίας είναι πιο εμφατική από ποτέ. Τώρα είναι περισσότερο σημαντικό από ποτέ να διεκδικήσουμε, όχι απλώς μία ΔΕΗ υπό δημόσιο έλεγχο, αλλά μια ΔΕΗ που να παίζει τον ρόλο του ρυθμιστή της αγοράς και να προστατεύει τα συμφέροντα των νοικοκυριών, της παραγωγής και τους περιβάλλοντος.
Αυτός είναι ο ρόλος της Αριστεράς.
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης είναι γραμματέας της Νέας Αριστεράς.






