Το χθεσινό ειδησεογραφικό δελτίο είχε δύο ακραία περιστατικά· που η ακρότητά τους εντείνεται από τις ηλικίες των πρωταγωνιστών. Κοινός παρονομαστής, το ότι δεν χάθηκαν ανθρώπινες ζωές – εντελώς τυχαία, θα έλεγα, και στις δύο περιπτώσεις. Και επίσης, το ότι και τα δύο αποκαλύπτουν κάποιες παθογένειες των καιρών μας.

Πρώτα ο 89χρονος. Παρά κάτι 90. Ανθρωπος δηλαδή, που τον βοηθάς να περπατήσει, να καθίσει, να σηκωθεί, που του δίνεις τη σειρά σου· που δεν ξέρει από κινητά και τέτοια «πράγματα του διαβόλου». Και που, όταν θέλει να τηλεφωνήσει κάπου, πηγαίνει στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς του. Τον έχει καταγράψει, άλλωστε, η κάμερα του ψιλικατζίδικου να τηλεφωνεί την προηγούμενη ημέρα για να κλείσει ραντεβού με ταξί για την επόμενη. Για να πάει στον ΕΦΚΑ.

Ο παππούς, όμως, ήξερε από όπλα. Στο παρελθόν είχε αφήσει σφαίρες στο γραφείο κάποιου εισαγγελέα. Ως προειδοποίηση. Οι μαφιόζοι τις στέλνουν σε φάκελο. Εκείνος θα είπε «Πού να βρίσκω φάκελο, θα τις παραδώσω αυτοπροσώπως». Ουδείς όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν θεώρησε αυτή την συμπεριφορά αποκλίνουσα. Ούτε το ότι επί χρόνια προσπαθούσε εμμονικά να πάρει σύνταξη στην Ελλάδα, κάτι που δεν δικαιούται εφόσον συνταξιοδοτείται από τον Καναδά και τη Γερμανία.

Είχε «λυσσάξει», σου λέει, γι’ αυτό σε επιστολή υπογράφει, ως «λυσσασμένος». Χθες το πρωί λοιπόν, ζαλώθηκε μια καραμπίνα, πήρε και ένα 38άρι περίστροφο για καβάτζα και πήγε να «καθαρίσει»· α λα ελληνικά. Αυτοδικία εναντίον όλων· γιατί τον είχαν προσβάλει νόμιζε. Πήγε πρώτα στον ΕΦΚΑ Κεραμεικού. Αρχισε να πυροβολεί. Τραυμάτισε έναν άνδρα· και μετά, κύριος ήρθε, κύριος έφυγε. Αποχώρησε ανενόχλητος, πήρε ταξί, πήγε στα δικαστήρια της Λουκάρεως, άρχισε πάλι τους πυροβολισμούς, άφησε άλλες τέσσερις γυναίκες, τραυματισμένες, άφησε και την καραμπίνα για σουβενίρ και στη συνέχεια ντουγρού για Πάτρα. Με σκοπό να περάσει στην Ιταλία. Κι από ‘κει Στρασβούργο· να τα κάνει και στο Ευρωκοιβούλιο γης μαδιάμ.

Σε όλη αυτήν τη διαδρομή, ούτε ένας αστυνομικός. Ετσι, για γούστο βρε αδελφέ, για να βοηθήσει τον γέροντα. Που κυκλοφορούσε μέρα μεσημέρι, από ταξί σε ταξί, με την καραμπίνα στο χέρι. Την οποία θα μπορούσε να την είχε στρέψει εναντίον οποιουδήποτε· και να αφαιρούσε ζωές, λίγο πιο νέος να ήταν, να είχε πιο σταθερό χέρι. Μα είναι δυνατόν; Δικαστήρια, εκεί όπου κυκλοφορεί κάθε καρυδιάς καρύδι, χωρίς ίχνος αστυνομικής επόπτευσης; Φοβούνται μήπως πεταχτεί από το πουθενά η Κωνσταντοπούλου κι αρχίσει να τραβάει βίντεο;

Τελικά, την αστυνομία ειδοποίησαν οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου στην Πάτρα, όπου κατέφυγε. Και τους οποίους ο 89χρονος αποχαιρέτησε με τη φράση, «Θα με δείτε στην τηλεόραση». Και αναρωτιέμαι· μήπως το έκανε και γι’ αυτό; Για τη δημοσιότητα των λίγων ημερών που αρκεί για να γεμίσει τα κενά μιας ολόκληρης ζωής; Εξάλλου, ήδη οι Τουπαμάρος των σόσιαλ τον αποκαλούν «αγωνιστή», που τον έφθασε στα όρια των αντοχών το ανάλγητο ελληνικό κράτος. Δηλώνει άλλωστε, και «ρακοσυλλέκτης» ο καημένος. Ενας «ρακοσυλλέκτης» με σύνταξη από Καναδά και Γερμανία, κοντά στα 2.800 ευρώ, σπίτι στην Αθήνα, σπίτι στο χωριό και γερό κομπόδεμα στο εξωτερικό.

Μόνος στη Θεσσαλονίκη

Στον αντίποδα, ο πρωταγωνιστής του άλλου περιστατικού είναι μόλις πέντε ετών. Τον είχε αφήσει η μητέρα του μόνο του σπίτι. Και για να περάσει την ώρα του, ο μπόμπιρας άρχισε να πετάει πράγματα από το μπαλκόνι. Σκουπίδια, παιχνίδια, κουβάδες, μια Vogue είδα στο πεζοδρόμιο, ακόμη και μία ηλεκτρική σκούπα. Η αστυνομία μπήκε από το διπλανό διαμέρισμα, η μητέρα του προσήχθη για παραμέληση ανηλίκου.

Εντάξει, κάποιος περαστικός θα μπορούσε να είχε τραυματιστεί πολύ σοβαρά – ακόμη και θανάσιμα –, ειδικά με τη σκούπα, αλλά αυτόν τον πιτσιρικά πολύ θα ήθελα να τον γνωρίσω. Αρχικά θα του έκανα κήρυγμα περί κοινωνικής συμπεριφοράς, ενσυναίσθησης και τέτοια. Και μετά, θα του έλεγα ιδιαιτέρως ότι κι εγώ, στην ηλικία του, αν βαριόμουν, το ίδιο θα έκανα. Δηλαδή, γκούχου γκούχου, το έχω κάνει.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000