Κλιμακώθηκε χθες, όπως αναμενόταν, ο πόλεμος για την απόφαση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να βάλει στο αρχείο την υπόθεση ενδεχόμενης κατασκοπείας κατά της χώρας, αφού δεν βρήκε στοιχεία που να την τεκμηριώνουν στο υλικό της πρωτόδικης δίκης για τις παράνομες υποκλοπές. Ο Νίκος Ανδρουλάκης και το ΠΑΣΟΚ αναδείχθηκαν πρωταθλητές στην αντικυβερνητική ρητορική. Ο Αλέξης Τσίπρας αρκέστηκε σε μια δήλωση εξυπναδίστικη. Για την ώρα τρώει τη σκόνη του κύριου ανταγωνιστή του.
Η βασική καταγγελία, βεβαίως, είναι ότι ο εισαγγελέας που έλαβε την απόφαση είναι εξαρτημένος από τη ΝΔ. Κρίση αυθαίρετη, επειδή στηρίζεται σε εντυπώσεις και όχι σε δεδομένα. Επιπλέον, κρίση που δίνει την πρωτοκαθεδρία στον θυμό, επειδή ο ανώτατος δικαστικός δεν συμφώνησε με την προσδοκία της αντιπολίτευσης.
Πρόκειται για ακόμα μια εφαρμογή του νομικού λαϊκισμού. Μια πρακτική πίεσης των δικαστηρίων να λάβουν υπόψη τους το λεγόμενο «κοινό περί δικαίου αίσθημα», που πρακτικά σημαίνει ότι διάφορες υποθέσεις πολιτικού ενδιαφέροντος ερμηνεύονται και χρησιμοποιούνται κατά το δοκούν από ομάδες συμφερόντων και ιδεολογικούς χώρους – εν προκειμένω, απ’ όλη την αντιπολίτευση, αριστερή και δεξιά. Ετσι, αν μια δικαστική απόφαση βολεύει τα σχέδια της αντιπολίτευσης είναι καλή και την επικαλούνται. Αν μια απόφαση δεν βολεύει, είναι αποτέλεσμα εξαγοράς της συνείδησης δικαστών. Δεν υπάρχει πιο αντιδημοκρατική μεθόδευση.
Είναι όμως, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η αντιπολίτευση από το 2019. Αντί να διαμορφωθεί ένα ιδεολογικό ρεύμα, αντίπαλο της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη που θα έχτιζε μια συνολική πρόταση για τη διακυβέρνηση, φτιάχτηκαν καπετανάτα στο όνομα της Αριστεράς ή της Δεξιάς, τα οποία προσπαθούν να πλήξουν τη συνοχή της κυβέρνησης μέσω ηθικών πανικών. Η πολιτική υποκαθίσταται από ηθικές κατηγορίες, από το συναίσθημα, από την καταγγελία στο όνομα του συναισθήματος.
Η πρακτική αυτή δοκιμάστηκε την πρώτη τετραετία Κυριάκου Μητσοτάκη, σε θέματα όπως η απαγόρευση κυκλοφορίας επί Covid, χωρίς πολλή επιτυχία (ήταν ακόμα νωπά τα κατορθώματα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ), αλλά άρχισε να έχει σουξέ, όταν οργανώθηκε το κίνημα «Οξυγόνο», γύρω από το τρομερό δυστύχημα των Τεμπών. Λύπη, θυμός, οργή και τα αντανακλαστικά της Αγανάκτησης, όπως είχαν εκδηλωθεί μετά τη χρεοκοπία την περασμένη δεκαετία, επανήλθαν για να εκτοπίσουν τα επιχειρήματα από την πολιτική διαμάχη.
Μπορεί εκείνο το κύμα της Νέας Αγανάκτησης να εξουδετερώθηκε, όταν αποκαλύφθηκε η απάτη των ξυλολίων, δημιούργησε όμως θυλάκους που διεκδικούν ακροατήριο. Επίσης, έδωσε την τεχνογνωσία στο ΠΑΣΟΚ, η ηγεσία του οποίου επέλεξε να κεφαλαιοποιήσει τη σύγκρουση με τη ΝΔ στο επίπεδο του συναισθήματος, με θυμό και Αγανάκτηση – υποδυόμενη τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ. Οσα αποκαλύφθηκαν γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν βούτυρο στο ψωμί του ΠΑΣΟΚ – το οποίο αδιαφορεί για το πλήγμα στο πελατειακό κράτος που έφερε το κλείσιμο του αμαρτωλού οργανισμού και συνεχίζει να βαδίζει στην προσοδοφόρα οδό των καταγγελιών. Ο Νίκος Ανδρουλάκης ελπίζει ότι θα είναι ο ωφελημένος κι από την επίθεση στη δικαιοσύνη στο όνομα των υποκλοπών, επειδή άλλωστε σε ένα βαθμό είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπόθεση.
Ολα αυτά είναι εύλογα, αλλά δεν λύνουν το πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Τα κόμματα της διαμαρτυρίας δεν έχουν καταφέρει να δείξουν ότι δεν είναι σχηματισμοί περιορισμένης εμβέλειας, χωρίς σαφή και βιώσιμη κυβερνητική πρόταση. Οσο θα πηγαίνουμε στις εκλογές, θα συζητηθεί αναγκαστικά κι αυτό: η διαχείριση της επόμενης μέρας. Κι ίσως αυτή η συζήτηση βγάλει, ακόμα μια φορά, κυβέρνηση.
Ή ίσως οδηγήσει τη χώρα στην αστάθεια, στην οχλαγωγία και στην επόμενη εθνική περιπέτεια.
Πρώτα εκπρόσωποι του έθνους
Διάβασα με ενδιαφέρον την επιστολή των βουλευτών της ΝΔ, που δημοσιεύτηκε χθες στα «ΝΕΑ». Η σύγκρουσή τους με πλευρές του «επιτελικού κράτους» τούς οδηγεί να παραμορφώσουν, αθέλητα ίσως, την ίδια τους την αντίληψη για τον δικό τους ρόλο.
Μου έκανε εντύπωση ότι εκλαμβάνουν τον ρόλο τους, ως εντολοδόχων της «περιφέρειάς» τους (η λέξη «περιφέρεια» επαναλαμβάνεται πολλές φορές στο κείμενο της επιστολής). Αυτό όμως, που υποβαθμίζουν ή αποσιωπούν είναι ότι ο βουλευτής είναι εκπρόσωπος, όχι μιας στενής γεωγραφικής περιφέρειας αλλά συνολικά του έθνους. Είναι μεν, κατανοητή η ιδιαίτερη σχέση με την περιφέρεια, τον τόπο εκλογής· είναι προφανώς κατανοητή, ωστόσο η υπερτίμηση μιας τέτοιας αντίληψης αποπολιτικοποιεί τον ρόλο του βουλευτή, καθιστώντας τον, ιμάντα μεταβίβασης αιτημάτων (δίκαιων ή άδικων). Αν οι πολιτικοί διεκδικούν αυτό τον ρόλο, της μικροπολιτικής, σημαίνει ότι έχουν αποδεχτεί ότι δεν μπορούν, ούτε να κατανοήσουν ούτε να επηρεάσουν τη «μεγάλη εικόνα» που, κυρίως, οφείλουν να υπηρετούν οι πολιτικοί σχηματισμοί.
Τα αιτήματα της περιφέρειας κι οι εκπρόσωποί τους δεν μπορούν να συζητιούνται και να επιλύονται έξω από ένα πλαίσιο συνολικού, εθνικού συμφέροντος. Ο βουλευτής της περιφέρειας μπορεί και οφείλει να μιλά εξ ονόματος του συλλογικού, του εθνικού συμφέροντος, για τα αιτήματα της περιφέρειάς («του»). Και όχι το αντίστροφο.






