Η άνοδος της Ακροδεξιάς αποτελεί παγκόσμια πολιτική τάση και ήδη υπάρχουν αρκετά παραδείγματα κομμάτων που κάποτε θα θεωρούνταν εκτός του «συνταγματικού τόξου» αλλά σήμερα ασκούν διακυβέρνηση. Θα μπορούσαμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι σήμερα η Ακροδεξιά είναι η ηγεμονική δύναμη στο ευρύτερο πολιτικό φάσμα «δεξιότερα του Κέντρου». Και εάν υπάρχει μια χώρα στην Ευρώπη όπου θα κριθεί αυτή η επέλαση της Ακροδεξιάς, αυτή είναι η Γαλλία, καθώς μια εκδοχή Ακροδεξιάς, γύρω από την οποία υποτίθεται ότι για δεκαετίες υψωνόταν μια «υγειονομική ζώνη», είναι σήμερα κοντά στην κατάκτηση της εξουσίας.
Οι συνηθέστερες ερμηνείες αποδίδουν την άνοδο της Ακροδεξιάς σε ένα σύνολο κοινωνικών προβλημάτων: τις επιπτώσεις της αποβιομηχάνισης και της ανεργίας, τη φτωχοποίηση τμήματος των λαϊκών στρωμάτων, την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια, τον φόβο κοινωνικής και ταξικής υποβάθμισης. Μόνο που καθαυτά τα προβλήματα αυτά δεν εξηγούν γιατί όσες και όσοι πλήττονται από τέτοιες πολιτικές στρέφονται προς τα δεξιά και όχι προς τα αριστερά.
Αντίστοιχα, η ερμηνεία που υποστηρίζει ότι η Ακροδεξιά έχει πετύχει την πολιτιστική ηγεμονία πρωτίστως γιατί μέσα ενημέρωσης και διαμορφωτές της κοινής γνώμης έχουν υποστηρίξει τις ιδέες της, απλώς εντοπίζει το σύμπτωμα και όχι την αιτία της ανόδου της. Επομένως, η αιτία της ανόδου της Ακροδεξιάς έχει να κάνει κυρίως με το πώς έχει μετατοπιστεί το πολιτικό επίπεδο και η άρθρωση της πολιτικής συζήτησης. Κοντολογίς, η Ακροδεξιά έχει πετύχει μια πολιτική και όχι πολιτισμική νίκη. Αυτή τουλάχιστον είναι η θέση που υποστηρίζουν οι Μικαέλ Φεσέλ και Ετιέν Ολιόν στο βιβλίο τους «Η άκρα Δεξιά ενάντια στην πολιτική. Μια παράξενη νίκη», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα.
Η «αποδαιμονοποίηση»
Η αφετηρία των Φεσέλ και Ολιόν είναι ότι η «αποδαιμονοποίηση» της άκρας Δεξιάς είχε λιγότερο να κάνει με την προσπάθεια του Εθνικού Μετώπου (και αργότερα του Εθνικού Συναγερμού) να υιοθετήσει έναν πολιτικό και ιδεολογικό καθωσπρεπισμό και περισσότερο με τον τρόπο που οι μετασχηματισμοί της πολιτικής σκηνής οδήγησαν σε ένα ξεθώριασμα των διαιρέσεων του άξονα «δεξιά – αριστερά», με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον τρόπο που το μεγαλύτερο μέρος της γαλλικής πολιτικής σκηνής υιοθέτησε μια αντιμεταναστευτική ρητορική και πολιτική. Η μετατόπιση αυτή, σε συνδυασμό με την υιοθέτηση από την Ακροδεξιά φαινομενικά «φιλολαϊκών» τοποθετήσεων σε θέματα όπως το ασφαλιστικό, διευκόλυνε την αύξηση της επιρροής του Εθνικού Συναγερμού, ιδίως όταν πολιτικοί όπως ο Εμανουέλ Μακρόν επίσης προσπάθησαν να «θολώσουν» τη διάκριση ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά. Στην ίδια κατεύθυνση συνέβαλε και η υιοθέτηση από αλλεπάλληλες κυβερνήσεις μιας ρητορικής διαρκούς κρίσης και κινδύνων που δικαιολογούσαν την καταφυγή σε έκτακτα μέτρα, κάτι με το οποίο μπορούσε να συντονιστεί και η Ακροδεξιά.
Καθοριστικό ρόλο στην «κανονικοποίηση» της Ακροδεξιάς έπαιξε κατά τους Φεσέλ και Ολιόν ο τρόπος που η μιντιακή κάλυψη ολοένα και περισσότερο μετατοπίζεται σε μια κατεύθυνση όπου τα σοβαρά ζητήματα δεν συζητιούνται και κυριαρχεί η έμφαση στο πολιτικό «παρασκήνιο», τις μάχες προσώπων, την περιγραφή της πολιτικής αντιπαράθεσης ως ενός παιχνιδιού συσχετισμών, ή ακόμη χειρότερα ως ενός διαρκούς δημόσιου καβγά.
Η έμφαση στην «αμεσότητα», ή ο τρόπος που η δημοσιότητα περιλαμβάνει και τις ρητορικές αντιπαραθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ομως, ρόλο θα παίξει και ο τρόπος που η Ακροδεξιά θα διεκδικήσει τον ρόλο του εκφραστή της «κοινής λογικής» απέναντι στη «woke ατζέντα» ή τον «ισλαμοφασισμό», για να μην αναφερθούμε στην κανονικοποίηση της διαβόητης θεωρίας περί της «μεγάλης αντικατάστασης». Μόνο που στην τελευταία περίπτωση η επίκληση ότι «Είμαστε σπίτι μας!» διατυπώνεται με τρόπο «όπου απαλείφεται εντελώς η ευθύνη του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού, όχι μόνο για τη στεγαστική κρίση, αλλά και για το αίσθημα ξεπεσμού του έθνους, για την εξαφάνιση των κρατικών παρεχόμενων υπηρεσιών και για την προσταγή να προσαρμόζουμε διαρκώς τον τρόπο ζωής μας στον οικονομικό ανταγωνισμό».
Επένδυση στη μνησικακία
Καθοριστική στην πλευρά των μετατοπίσεων που ενισχύουν την Ακροδεξιά και η διάχυτη μνησικακία, με τους Φεσέλ και Ολιόν να υπενθυμίζουν ότι αυτή δεν έρχεται «από τα κάτω», εξ ου και ότι δεν χαρακτήρισε π.χ. το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων». Αντιθέτως, είναι κυρίως άνθρωποι από ανώτερα κοινωνικά στρώματα που ενορχηστρώνουν π.χ. τη ρητορική της «μεγάλης αντικατάστασης» ή αναπαράγουν τη μιντιακή πολεμική εναντίον της cancel culture.
Οπως σημειώνουν, «το ρητορικό τέχνασμα που συνίσταται στο να εκβιάζει κανείς τη συμφωνία του λαού καταγγέλλοντας την ακατανόητη αργκό των προοδευτικών είναι εξίσου παλιό με την απόρριψη των νέων ιδεών που προωθήθηκαν στον αιώνα του Διαφωτισμού». Επιπλέον, αυτή η επένδυση στη μνησικακία έρχεται ως υποκατάστατο των πολιτικών που θα βελτίωναν πραγματικά τη θέση των λαϊκών τάξεων: «Στη θέση των υλικών συνθηκών που θα επέτρεπαν μια αληθινή αύξηση της δύναμής του, προσφέρεται στο κοινό η χαρά να είναι θεατής “διαλόγων” όπου άλλοι, και όχι το ίδιο, ασκούν το δικαίωμα να λένε ό,τι δεν έχουμε πια δικαίωμα να λέμε πουθενά αλλού».
Ετσι, η «Δημοκρατία», η Republique, αντί για πεδίο άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας, μετατρέπεται σε ένα είδος ταυτότητας, που οδηγεί σε ένα ευρύ φάσμα αντιδραστικών αντανακλαστικών, τα οποία εκμεταλλεύεται η Ακροδεξιά, ιδίως σε σχέση με την προβολή ισλαμόφοβων θέσεων. Η έμφαση αντί για τη συμπερίληψη μετατοπίζεται στον αποκλεισμό: «Ή αγαπάς τη Γαλλία, ή δεν έχεις θέση σε αυτή». Μόνο που αυτή η μετατόπιση από το πεδίο της πολιτικής στο πεδίο των αξιών απλώς διευκολύνει ακόμη περισσότερο την αποδαιμονοποίηση και κανονικοποίηση της Ακροδεξιάς, συμβάλλοντας στην «παράξενη νίκη» της έστω και σε ένα «υποπολιτικό» επίπεδο.






