Τέσσερις αιώνες μετά τον θάνατό του, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ εξακολουθεί να μιλάει σε κάθε γλώσσα. Πίσω από κάθε στίχο του που βρίσκει τη θέση του στις σελίδες των βιβλίων του ανά τον κόσμο, κρύβεται μια αλυσίδα από αποφάσεις, απώλειες, εφευρέσεις και μικρές νίκες απέναντι στο αδύνατο της γλώσσας του.
Αυτή τη διαδρομή φωτίζει το «If this be magic», το νέο βιβλίο του Ντάνιελ Χαν. Ο βρετανός συγγραφέας καταγράφει το πώς μεταφράζεται ο Βάρδος, εμμένοντας στην επίλυση των γλωσσικών προβλημάτων, κομμάτι αναπόσπαστο της δουλειάς αυτής. Στον Σαίξπηρ το συγκεκριμένο κομμάτι αποτελεί μεγάλη πρόκληση αφού, σύμφωνα με τον Σάμουελ Τζόνσον, το ύφος είναι «γραμματικά λανθασμένο, ασαφές και δυσνόητο». Και πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά όταν στα γραπτά του επινοεί λέξεις και δίνει σε παλιές νέα σημασία παίζοντας με τις αμφισημίες προκειμένου να μιλήσει εκτός πλαισίου για την αγάπη του για τη λαϊκή παράδοση και τους μύθους, να αναφερθεί στη θρησκεία και τις κοινωνικές τάξεις κι εν τέλει να εμβαθύνει στη θεατρική λειτουργία.
Η ενασχόληση του Ντάνιελ Χαν με το συγκεκριμένο θέμα δεν ήρθε τυχαία αφού μεταφράζει και ο ίδιος κυρίως λογοτεχνικά έργα από τα ισπανικά, τα πορτογαλικά και τα γαλλικά και στο παρελθόν έχει διατελέσει πρόεδρος της Βρετανικής Ενωσης Μεταφραστών. Γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει να περνάει κανείς μήνες βυθισμένος σ’ ένα βιβλίο, όπως τονίζει σε σχετικό δημοσίευμά της η εφημερίδα «Wall Street Journal», και τώρα με το νέο του εγχείρημα, με επίκεντρο τον Σαίξπηρ, επιχειρεί να αναδείξει αυτή τη σχεδόν αόρατη τέχνη που όταν γίνεται σωστά, κανείς δεν τη σκέφτεται. «Σε μια καλή μετάφραση, ο Σαίξπηρ δεν επιβιώνει απλώς αλλά ανθίζει», υποστηρίζει ο ίδιος. Για τους κριτικούς, το καλό σχετίζεται με την πιστότητα στην έννοια. Ομως, κι άλλες πτυχές είναι εξίσου σημαντικές, όπως ο τόνος, η σαφήνεια, ο ήχος και ο ρυθμός του πρωτοτύπου και η αναγνωσιμότητα. Αν πρόκειται μάλιστα για θεατρικό, σε αυτά προστίθενται οι απαιτήσεις της παράστασης.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα του βιβλίου, για να μεταφερθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κειμένου ενός δημιουργού σε άλλη γλώσσα, απαιτείται ιδιαίτερη ευαισθησία από την πλευρά του μεταφραστή. Βέβαια, καμιά φορά η ανατρεπτική προσέγγιση είναι αυτή που επιφέρει τα πιο ευχάριστα αποτελέσματα. Στην εξίσωση των αμέτρητων επιλογών που πρέπει να λύσει ο μεταφραστής, κάποια μέρη σχετίζονται με τις διαφορές πολιτισμικής προέλευσης κι αντίληψης. Αλλα, όπως η διατήρηση ή μη του ιαμβικού πεντάμετρου, είναι καθαρά στρατηγικά. Δεν λείπουν, βέβαια, κι αυτά που αγγίζουν λεπτομέρειες όπως, για παράδειγμα, ένα φύλλο χαρτιού «αρκετά μεγάλο για το κρεβάτι του Γουέαρ», όπως γράφεται στη «Δωδέκατη νύχτα» κι αναφέρεται σ’ ένα έκθεμα του Μουσείου Βικτωρίας και Αλβέρτου του Λονδίνου, ελάχιστα γνωστό, ακόμα και στη Βρετανία, πόσω μάλλον σε άλλες χώρες.
Σπαζοκεφαλιά
Μια άλλη σπαζοκεφαλιά που συχνά ταλαιπωρεί τους μεταφραστές του Σαίξπηρ είναι οι μεγαλοπρεπείς λέξεις που συχνά επιστρατεύει. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί η φράση του Μάκμπεθ «πολυάριθμες θάλασσες πορφυρές». Ομως εκεί που το επίπεδο της δυσκολίας ανεβαίνει είναι στη συνοπτικότητα της γραφής, έκδηλη σε εκφράσεις όπως αυτή του Ρωμαίου «Τα φάρμακά σου είναι γρήγορα. Ετσι, μ’ ένα φιλί πεθαίνω» και δεν μεταφράζεται εύκολα. Αν, περνώντας τον λόγο αυτό σε άλλη γλώσσα, προκριθεί η λύση της προσήλωσης στον ρυθμό της φράσης, τότε αυτομάτως άλλα στολίδια της, όπως ένα λογοπαίγνιο, κάποιο αστείο ή η ταχύτητα μιας συγκεκριμένης σκέψης, θυσιάζονται. Επιπλέον πρόκληση αποτελούν ακόμα και οι ίδιοι οι χαρακτήρες των έργων, όπως ο Τρελός από τον «Βασιλιά Ληρ», ο οποίος μιλάει λοξά, και ο Μερκούτιος από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», που εκφράζεται με γλωσσικά πυροτεχνήματα. Διαφορετικού είδους πονοκεφάλους δημιουργούν στους μεταφραστές κι ολόκληρες σκηνές, όπως εκείνη στον «Ερρίκο 5ο» όπου η πριγκίπισσα Αικατερίνη παρακολουθεί ένα μάθημα αγγλικών, το οποίο διεξάγεται στα γαλλικά στο μεγαλύτερο μέρος του, ή η συνάντηση ουαλών, σκωτσέζων και ιρλανδών καπετάνιων με διαφορετικές μεταξύ τους προφορές.






