Με την κυβέρνηση να κλυδωνίζεται από τις επιπτώσεις της παραπομπής βουλευτών και υπουργών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για το θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ, θα περίμενε κανείς ότι η ΝΔ δεν θα ζούσε φαινόμενα εσωστρέφειας. Οτι δηλαδή οι προσωπικές φιλοδοξίες και τα πάθη θα υποχωρούσαν στην προσπάθεια το κυβερνών κόμμα να μείνει αρραγές. Και αν δεν γίνει κοινή συνείδηση από τους πολιτευτές του κόμματος που είναι επιεικείς με το πελατειακό κράτος (για να το πω ευγενικά), ότι το μέλλον της χώρας είναι η μεταρρύθμισή της.
Αυτή τη βασική παραδοχή επισήμανε και ο υπουργός Επικρατείας, Ακης Σκέρτσος, από τους ιδεολόγους της μεταρρύθμισης του κράτους. Ο Σκέρτσος, σε ανάρτησή του στα σόσιαλ μίντια, όπως το συνηθίζει, επέκρινε την αντιπολίτευση για υποκρισία, υπενθυμίζοντας ότι αδιαφορεί για οτιδήποτε μεταρρυθμίζει το πολιτικό σύστημα. Και πρόσθεσε ότι το πελατειακό κράτος είναι το χρεοκοπημένο κράτος, βασικό συστατικό του εθνικού προβλήματος.
Η θέση αυτή ενόχλησε κάποιες παλιές καραβάνες του κόμματος, που μάλιστα χρημάτισαν στο Μαξίμου αλλά σήμερα δεν παρεπιδημούν εκεί. Ο πιο ευφραδής εξ αυτών, ο Μάκης Βορίδης, συνόψισε την ενόχλησή του, ως αντίθεση όσων διεκδικούν την ψήφο και τον σταυρό των πολιτών σε εκείνους «η νομιμοποίηση των οποίων προέρχεται από τον Πρωθυπουργό και όχι από την επιλογή των πολιτών». Πίσω του στοιχίζονται ο Στέλιος Πέτσας, ο Γιάννης Οικονόμου και κάποιοι ακόμα.
Ο Μάκης Βορίδης μιλάει πάντα πολιτικά, είναι προσεκτικός δηλαδή ακόμα κι όταν περιγράφει μια εσωκομματική σύγκρουση, αλλά εν προκειμένω έχει άδικο. Προφανώς, τον έχει ενοχλήσει η πρόθεση του Πρωθυπουργού για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος, η προσπάθεια καθιέρωσης μεικτού συστήματος που να προσομοιάζει με το γερμανικό, επειδή έτσι μπορεί να ανεβεί το επίπεδο όσων διεκδικούν την ψήφο των πολιτών – πρόθεση την οποία προφανώς αποδίδει στις επεξεργασίες του Ακη Σκέρτσου. Καταρχάς, η κριτική του «σε πρόσωπα η νομιμοποίηση των οποίων προέρχεται από τον Πρωθυπουργό» (δηλαδή στον Σκέρτσο) είναι καθυστερημένη. Κι αυτός, και οι ακόλουθοί του, δεν έλεγαν τα ίδια όταν βρίσκονταν στο Μαξίμου. Για την απομάκρυνσή τους από το πρωθυπουργικό περιβάλλον, επίσης, δεν φταίει κανένας εξωκοινοβουλευτικός ανταγωνιστής τους αλλά η ίδια η πολιτεία τους.
Μπορεί λοιπόν να ισχυρίζονται το σαρτρικό «η κόλαση είναι οι άλλοι» (έστω κι αν δεν χρειάζεται να παραπέμψουν στον εισηγητή της φράσης). Ωστόσο, ξέρουν καλά ότι δεν φταίει κανένας άλλος για τον παλαιοκομματισμό που υπηρέτησαν και, στην ουσία, υπερασπίζουν.
Καταλαβαίνω ότι την κριτική στο τεχνοκρατικό τμήμα του Μαξίμου τη συμμερίζονται πολλοί στο βαθύ κόμμα. Αν σκέφτονταν λίγο βαθύτερα, θα μπορούσαν να κατανοήσουν πως ναι μεν ό,τι είναι σε ένα βαθμό το οφείλουν στη δουλειά τους, σε έναν άλλο βαθμό όμως το οφείλουν στο βασικό χαρακτηριστικό της συνταγής Μητσοτάκη· στον συνδυασμό παραδοσιακών πολιτικών και τεχνοκρατών. Το ρήγμα που δήθεν αναδεικνύει ο Μάκης Βορίδης και οι ακόλουθοί του στην πράξη δεν υφίσταται. Απλώς, διάλεξαν άλλη μια φορά λάθος μάχη και λάθος στόχο.
Η μεταφορά στο εσωτερικό της ΝΔ μιας κρίσης ή ενός ρήγματος στην πραγματικότητα υπονομεύει και την παράταξη και τη θέση των ίδιων στο πολιτικό σκηνικό. Η επανεκλογή τους αλλά κι η επανεκλογή κυβέρνησης ΝΔ περνάει μέσα από το brand Μητσοτάκης. Και το brand Μητσοτάκης προϋποθέτει τη σύνθεση των δύο μερών, των παλαιού τύπου πολιτικών και των τεχνοκρατών.
Πτυχία και Δημόσιο
Σχετικά με τα πτυχία, γράφει αναγνώστης μου – και προσυπογράφω: «Θεωρώ ότι τη μεγαλύτερη ζημιά στην κυβέρνηση την κάνει η προβληματική λειτουργία του δημόσιου τομέα, όπου καταλήγουν πολλοί απόφοιτοι με άσχετα πτυχία. Δείτε ότι στις υποθέσεις των Τεμπών ή του ΟΠΕΚΕΠΕ εμπλέκονται δημόσιοι λειτουργοί οι οποίοι είναι και στο απυρόβλητο, αφού είναι παιδιά του λαού· και ο θυμός δεν αγγίζει τα παιδιά του λαού. Πώς θα μπορούσε λοιπόν να λειτουργήσει σωστά ένας δημόσιος τομέας ο οποίος κάτω από την ομπρέλα «ΠΕ-Διοικητικού» εντάσσει πτυχία φιλολογίας, γυμναστών, θεολόγων, μαθηματικών και χιλίων δυο ειδικοτήτων που ουδεμία σχέση έχουν με το Διοικητικό; Πώς να λειτουργήσει σωστά ένα κράτος, όταν οι θητείες των προϊσταμένων έχουν λήξει εδώ και μια δεκαετία και δεν κάνει νέα διαδικασία, για να μη βλαφτούν τα παιδιά του λαού;
Στην ισπανική μεταπολίτευση, από το 1975, ο κεντρώος Αδόλφο Σουάρεζ ψήφισε νόμο με τον οποίο οι γενικοί γραμματείς υπουργείων, Περιφερειών, Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιλέγονταν από τα στελέχη της Δημόσιας Διοίκησης και όχι από πολιτικό προσωπικό που δεν εκλέχθηκε ή έχει μπάρμπα στην Κορώνη. Στην Ελλάδα ουδείς έλαβε υπόψη το παράδειγμά του. Και δυστυχώς, ούτε ο πρωθυπουργός τόλμησε να τα βάλει με το θηρίο του Δημοσίου».






