Πώς θα είναι η Ευρώπη χωρίς αμερικανική στρατιωτική και πολιτική παρουσία; Οι Ευρωπαίοι καλό θα ήταν να αρχίσουν να προετοιμάζονται για αυτό το ενδεχόμενο, επειδή δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θέλει να τερματίσει τη Βορειοατλαντική Συμμαχία και βρίσκεται σε καλό δρόμο για να το κάνει. Το μόνο ερώτημα που απομένει είναι αν θα αποσύρει επίσημα τις Ηνωμένες Πολιτείες από το ΝΑΤΟ ή απλώς θα «αδειάσει» τη Συμμαχία με το να την αγνοεί και να την περιφρονεί.

Σε κάθε περίπτωση, η διάλυση της Συμμαχίας έχει ήδη ξεκινήσει. Οργανισμοί που έχουν αντέξει τόσο πολύ στον χρόνο κι έχουν δοκιμαστεί όπως το ΝΑΤΟ συνήθως δεν καταρρέουν σε μια μέρα ή μέσω μιας μόνο πράξης. Αντίθετα, διαβρώνονται καθώς περιορίζεται η εμπιστοσύνη στις βασικές τους δεσμεύσεις – δηλαδή, την αμοιβαία άμυνα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σε όλη τη διάρκεια της δεύτερης προεδρίας του Τραμπ, ειδικά τώρα που οι Ευρωπαίοι απέφυγαν να συμμετάσχουν στον καταστροφικό πόλεμο της επιλογής του στη Μέση Ανατολή. Εν τω μεταξύ, παρά την υποτιθέμενη αφοσίωση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στη διατήρηση μιας ισχυρής αμερικανικής άμυνας, καμία σημαντική προσωπικότητα στο κόμμα δεν έχει επικρίνει τον Τραμπ για τη μη αναστρέψιμη ζημιά που έχει προκαλέσει.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και της περιόδου που ακολούθησε, η παρουσία της Αμερικής στην Ευρώπη ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την εσωτερική σταθερότητα. Οι ΗΠΑ εγγυήθηκαν την ειρήνη και την ευημερία που επέτρεψαν την οικονομική ολοκλήρωση και, τελικά, τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αλλά ο Τραμπ και το κίνημά του MAGA δεν ενδιαφέρονται καθόλου για αυτή την ιστορία. Για λόγους που δεν έχουν καμία λογική συνοχή, τρέφουν βαθιά εχθρότητα προς την ΕΕ και είναι αποφασισμένοι να σύρουν την Ευρώπη πίσω στην εποχή του αυτοκαταστροφικού εθνικισμού.

Πρόκειται για έναν επικίνδυνα λανθασμένο στόχο, δεδομένου ότι η επίτευξή του θα άφηνε τελικά την ίδια την Αμερική πολύ πιο αδύναμη και πιο απομονωμένη. Αλλά τέτοια επιχειρήματα δεν έχουν καμία απήχηση στον Τραμπ. Μετά την εκλογική ήττα του αντιφιλελεύθερου συμμάχου του στην Ουγγαρία, Βίκτορ Ορμπαν, θα είναι ακόμη περισσότερο διατεθειμένος να αφήσει τους Ευρωπαίους να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους. Για πρώτη φορά σε οκτώ δεκαετίες, η Ευρώπη θα βρεθεί μόνη της. Οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να αποφασίσουν για τη δική τους μοίρα και να αναλάβουν την ευθύνη για την ασφάλειά τους. Αυτό μπορεί να ακουγόταν σαν μια κοινότοπη παρατήρηση, αν δεν υπήρχε η μοναδικά αιματηρή ιστορία της Ευρώπης. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από την ευρωπαϊκή σκηνή μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο άνοιξε τον δρόμο για την άνοδο του Χίτλερ και, τελικά, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν η κορυφαία στρατιωτική και οικονομική δύναμη στον κόσμο είχε παραμείνει κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, ο γερμανικός ρεβανσισμός δεν θα είχε καμία ελπίδα.

Αυτό ήταν το μάθημα που άντλησε η γενιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τον πόλεμο και εφάρμοσε μετά τον πόλεμο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν διατήρησε ισχυρή αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη, όχι μόνο για να αντιμετωπίσει την απειλή που αποτελούσε ο Κόκκινος Στρατός του Στάλιν – ο οποίος βρισκόταν στο Βερολίνο, στο κέντρο της Ευρώπης – αλλά και για να μετριάσει τους φόβους των Ευρωπαίων για τον γερμανικό ρεβανσισμό. Αυτή η απόφαση των ΗΠΑ δημιούργησε τις συνθήκες για την πορεία προς μια «ολοένα και στενότερη ένωση» στην Ευρώπη. Ηταν η παρουσία της Αμερικής στην ήπειρο που επέτρεψε την τελική επανένωση της Γερμανίας και την προς ανατολάς διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Η Ευρώπη όπως την ξέρουμε δεν θα είχε αναδυθεί ποτέ σε διαφορετική περίπτωση.

Τι επιφυλάσσει λοιπόν το «μετα-αμερικανικό» μέλλον της Ευρώπης; Μπορεί να διαχειριστεί την ασφάλειά της και να διατηρήσει την ενότητά της χωρίς τις ΗΠΑ; Για τη Γερμανία, με τη δική της ιστορία ηγεμονικών φιλοδοξιών στην ήπειρο, η αποχώρηση της Αμερικής εγείρει δύσκολα ερωτήματα. Διαθέτει η σημερινή γενιά της γερμανικής πολιτικής ηγεσίας την ιστορική ευαισθησία που απαιτείται για να αναλάβει έναν νέο ρόλο, σε συνεργασία με τη Γαλλία και άλλους; Η άνοδος του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» δείχνει ότι τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο.

Στο ερώτημα ποιος θα ηγηθεί της Ευρώπης, δεν υπάρχει εναλλακτική λύση πέρα από τη Γερμανία και τη Γαλλία. Οι δύο ισχυρότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις πρέπει να αναλάβουν δράση για να καλύψουν το κενό. Δεν μπορούν πλέον οι Ευρωπαίοι να περιμένουν απλώς από τις ΗΠΑ να παρέχουν την απαραίτητη ηγεσία.

Ο Γιόσκα Φίσερ ήταν υπουργός Εξωτερικών και αντικαγκελάριος της Γερμανίας από το 1998 έως το 2005 και ηγέτης του κόμματος των Πρασίνων για σχεδόν 20 χρόνια

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000