Την αγαπώ την Αθήνα, τη θεωρώ μία «πόλη μαγική». Και δεν εννοώ τη «μαγεία» που «είδε» ο κινηματογραφικός φακός του Νίκου Κούνδουρου στην ομώνυμη ταινία του. Ωστόσο, βλέποντας αυτό το φιλμ του 1955, συνειδητοποιώ τι με γοητεύει. Το ότι στα προ εβδομήντα ετών πλάνα δεν αναγνωρίζω σχεδόν πουθενά την πόλη του σήμερα, εκτός από κάτι μακρινά της Ακρόπολης. Εντάξει, εβδομήντα χρόνια δεν είναι λίγα, ούτε όμως και τόσο πολλά, ώστε να έχει αλλάξει απόλυτα το αστικό τοπίο, δεν συμβαίνει αυτό σε άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Η Αθήνα όμως, λες και είναι μια αυτόνομη οντότητα, προσαρμόζεται στην κάθε εποχή και στις ανάγκες της Ιστορίας ολόκληρης της χώρας.
Με το βάρος του ένδοξου αρχαίου παρελθόντος της, αυτή η κοιλάδα με το άνοιγμα στη θάλασσα και τον αυθάδη βράχο της Ακρόπολης στο κέντρο, περιέπεσε στη συνέχεια σε παρακμή, έγινε πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους σχεδόν με το στανιό και, από ‘κει και πέρα, απορρόφησε τους κραδασμούς της Ιστορίας του. Δημιουργήθηκαν ολόκληρες νέες συνοικίες για να δεχθεί τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής που διπλασίασαν, σχεδόν, τον πληθυσμό της και επέβαλαν την ανάγκη δημιουργίας υποδομών (όπως π.χ. ύδρευση), αναπτύχθηκε κάθετα με τις πολυκατοικίες της αντιπαροχής, για να αντιμετωπίσει την εσωτερική μετανάστευση και την ανάγκη των ανθρώπων να χαθούν στην ανωνυμία της μεγάλης πόλης τα μετεμφυλιακά χρόνια, η Αθήνα έζησε τη βία και τον παραλογισμό των Δεκεμβριανών· ακόμη και η πρόσφατη οικονομική κρίση στην πόλη άφησε πιο έντονα τα ίχνη της αλλοιώνοντας το τοπίο της.
Γι’ αυτές λοιπόν τις μεταλλάξεις της αγαπώ την Αθήνα, γιατί «τίποτα δεν έχει αλλάξει και τίποτα δεν είναι όπως παλιά». Και στέκομαι πάνω από τις ευχάριστες, αλλά και θλιβερές επετείους της. Και η σημερινή είναι μια θλιβερή επέτειος. Είναι η ημέρα που, πριν από 85 χρόνια, μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Κυριακή του Θωμά ήταν, ξημερώματα, ύστερα από ένα Πάσχα που δεν προμήνυε Ανάσταση. Οι περισσότεροι που είχαν συνειδητές μνήμες από εκείνη την ημέρα δεν είναι πλέον ανάμεσά μας, οι μαρτυρίες πάντως μιλάνε για μια πόλη «απούσα», χωρίς διαβάτες στους δρόμους εξόν από ελάχιστους, γερμανικής καταγωγής, που χειροκροτούσαν την πομπή των αρμάτων. Ολα τα μαγαζιά κλειδαμπαρωμένα, πόρτες και παράθυρα ερμητικά κλειστά, όχι από φόβο, αλλά ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Ο δε ζόφος είχε μια «βαγκνερική» μουσική επένδυση· τον θόρυβο από τις μπότες των Γερμανών στον δρόμο. Και όπως είχε πει ο Λεωνίδας Κύρκος στην τελευταία του συνέντευξη αυτός ο θόρυβος ήταν η πρώτη του ανάμνηση από την Κατοχή. Λίγες ώρες αργότερα, η σβάστικα κυμάτιζε στην Ακρόπολη. Και για τη «γιαγιά μας η Αθήνα» ξεκινούσε μία νύχτα που κράτησε τριάμισι χρόνια.
…και τώρα
Την Αθήνα έχουμε συνηθίσει να αγαπάμε να τη μισούμε. Σκυλοβρίζουμε, όταν είμαστε παγιδευμένοι στην κίνηση ή όταν για πενήντα άτομα που διαμαρτύρονται για την αλιεία της πεσκανδρίτσας κλείνουν κεντρικές αρτηρίες, όταν κολλάμε πίσω από ένα απορριμματοφόρο που μαζεύει τα σκουπίδια σε ώρες κυκλοφοριακής αιχμής ή όταν σκοντάφτουμε πάνω στα ίδια τα σκουπίδια. Αλλά πώς το λέει ο Σαββόπουλος; «Μα μπαίνει η άνοιξη στην πόλη…». Και ανθίζουν οι γιακαράντες. Και νομίζεις ότι η πόλη σου παραδίνεται.
Μετά τον Κόβιντ η επισκεψιμότητά της εκτοξεύθηκε, σήμερα περνά μια από τις καλύτερες περιόδους της. Οι σχετικές πλατφόρμες αναδεικνύουν γειτονιές της ανάμεσα στις πιο cool περιοχές του πλανήτη. Αυτά όμως δεν αρέσουν στον δήμαρχό της, Χάρη Δούκα· που σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Guardian» ανέφερε τον υπερτουρισμό ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της Αθήνας. Οχι το μποτιλιάρισμα στους δρόμους. Οχι τους ξέχειλους κάδους των σκουπιδιών. Οχι τα τραπεζοκαθίσματα που δεν αφήνουν χώρο στους πεζούς και που οι άδειές τους δίνονται από τον δήμο. Στην αρχή της τουριστικής περιόδου, τα έβαλε με τον τουρισμό. Δεν τον θέλει σου λέει, αντί να προτείνει τρόπους για τη σωστή διαχείρισή του.
Το φάουλ αυτού του δημάρχου από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του, είναι ότι έβαλε τον εαυτό του και τις φιλοδοξίες του πάνω από την πόλη.






