Ως ιδέα υπήρχε χρόνια μέσα της, μια εσωτερική διεργασία που περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να πάρει μορφή. Για την Oλια Λαζαρίδου, η αφορμή δόθηκε από το έργο του Ολιβιέ Πι «Μια νύχτα στο τσίρκο», όπου η μεταμόρφωση αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα. Με μια βαθιά, σχεδόν οργανική αγάπη για τον «ποιητικό μαγικό ρεαλισμό» του Φελίνι, του Μπελίνι και του Βιτόριο ντε Σίκα, η σκηνοθέτις οραματίστηκε έναν κόσμο όπου το θέατρο συναντά το θαύμα. Eτσι, ζήτησε από τη Σούλη Στάικου να γράψει ένα κείμενο πάνω σε αυτή την έμπνευση και έτσι γεννήθηκε η παράσταση «Στο θέατρο».

Το Fougaro Artcenter γίνεται για δεύτερη συνεχή χρονιά – μετά την επιτυχία του «Θεόφιλος sold!» – ο δημιουργικός πλακούντας για τις δουλειές της. Η Ολια Λαζαρίδου υλοποιεί εδώ μια βαθιά της πεποίθηση: να ξεκινά τις σκηνοθετικές της δουλειές όχι από την Αθήνα προς την περιφέρεια, αλλά αντίστροφα, από την περιφέρεια προς το κέντρο. «Θέλω να πω ευχαριστώ στη Φλωρίτα Κυριακοπούλου, η οποία ήταν συμμαθήτριά μου και έχει φτιάξει αυτόν τον υπέροχο χώρο, στο Ναύπλιο, ο οποίος είναι πολύ υψηλών προδιαγραφών», λέει.

Αυτό το «έξω», μακριά από το ήδη κορεσμένο κοινό της πρωτεύουσας, της χαρίζει μια αίσθηση ανανέωσης και ουσιαστικής προσφοράς, καθώς νιώθει ότι απευθύνεται σε ανθρώπους που έχουν πραγματική ανάγκη για τέχνη και δεν την αντιμετωπίζουν ως κάτι δεδομένο. Το έργο επιχορηγήθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού και η πρότασή της ήταν εξαρχής να σηκώσει αυλαία εκτός Αθηνών: «Στην Αθήνα υπάρχει μια πληθώρα έργων. Ελπίζω να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο και να επιλέξουν και άλλοι να κάνουν την πρεμιέρα τους εκτός Αθηνών». Αντλεί χαρά βλέποντας το έργο της να αντανακλάται στα μάτια θεατών πιο δεκτικών και πρόθυμων να συγκινηθούν, σε μια σχέση που αποτελεί μια ζωντανή και άμεση ανταλλαγή. Οπως λέει η ίδια: «Μου αρέσει να ρίχνω σποράκια και να δημιουργείται κάτι με τους συνεργάτες».

Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται ο μύθος του Αμφιτρίωνα, η αλλαγή ταυτότητας που αποτελεί την ίδια την ουσία του θεάτρου. Οπως επισημαίνει η σκηνοθέτις: «Γιατί, εντέλει, στο θέατρο μπορεί όλα να γίνονται “στα ψέματα”, μπορεί όμως και να μας βοηθάει να πλησιάσουμε την αλήθεια. Ενα ψέμα φτιαγμένο από αλήθειες ή μια αλήθεια φτιαγμένη με ψέματα; – το ίδιο είναι. Μας κάνει καλό!».

Ωστόσο, η Ολια Λαζαρίδου ξεκαθαρίζει πως στην υψηλή θεατρική τέχνη το μοναδικό ζητούμενο οφείλει να είναι η αλήθεια, έστω κι αν πάνω στη σκηνή η διάστασή της είναι σχετική. Το έργο πραγματεύεται ακριβώς αυτό το μπέρδεμα: «Ποιος είναι ποιος; Τι είναι τι; Οι ταυτότητες μπερδεύονται. Οταν κάνω έναν ρόλο είμαι εγώ; Είμαι ο ρόλος; Σε τι ποσοστό είναι ο ρόλος; Σε τι ποσοστό είμαι εγώ; Ερωτήματα πάνω στα οποία έχουν ξοδευτεί πολλές αναλύσεις».

Η υπόθεση αφορά ένα ζευγάρι, όπου η γυναίκα είναι ρομαντική και ο άντρας ένας ορθολογιστής που δεν πιστεύει στην «άλλη πλευρά» του κόσμου, εκείνη του θαύματος που δεν εξηγείται. Οταν εκείνος μπλέκεται στα δίχτυα του παράλογου, αρχίζει να αναρωτιέται συνέχεια «Ποιος είμαι εγώ;», έχοντας χάσει τα όρια της ταυτότητάς του.

«Υγιής διέξοδος»

Στο ερώτημα που ταλανίζει κάθε ηθοποιό, η Ολια Λαζαρίδου απαντά: «Είσαι πάντα εσύ αλλά με φωτισμένες κάποιες πλευρές. Κάνεις τη μισή απόσταση από τον χαρακτήρα που είχε ο συγγραφέας στη φαντασία του, μέχρι αυτό που δημιουργείς εσύ. Κάπου στη μέση αυτής της απόστασης δημιουργείται κάτι». Για την ίδια, κάθε ρόλος είναι μια ευκαιρία να αποτυπωθούν πλευρές του χαρακτήρα, ακόμα και οι πιο σκοτεινές, σε μια διαδικασία απελευθερωτική: «Μέσα από την τέχνη τα πράγματα επιτρέπονται, διυλίζονται και εκφράζονται μ’ έναν τρόπο που δεν είναι βλαβερός για τους άλλους. Είναι ωφέλιμος. Είναι μια υγιής διέξοδος».

Ολα αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα περνούν στον θεατή με έναν τρόπο ποιητικά ανάλαφρο. Πρόκειται για μια πολύ αστεία κωμωδία που πηγάζει από βαθυστόχαστα ζητήματα. «Αυτό μου αρέσει και ως στάση ζωής, το εμπιστεύομαι περισσότερο. Να είναι κανείς σοβαρός αλλά να μην το κάνει και σπουδαίο ζήτημα», εξομολογείται η σκηνοθέτις.

Είναι ένα έργο που μένει μακριά από τη συνθήκη του «θαυμάστε με», καθώς η Ολια Λαζαρίδου επιδιώκει την ουσία και όχι την αυτοπροβολή του δημιουργού: «Μου αρέσει να βλέπω έργα και να ξεχνάω ποιος είναι ο κατασκευαστής. Τότε το έργο ανήκει σε όλους. Τα τραγούδια του Βαμβακάρη, για παράδειγμα, δεν σε πήγαιναν στον κατασκευαστή. Σε πήγαιναν σε κάτι συνολικό. Για έναν καημό ανθρώπινο βαθύ. Δεν ξέρω πώς μεταφράζεται στη σημερινή εποχή κάτι τέτοιο. Αλλά αυτό μ’ ενδιαφέρει. Αυτό θα ήθελα να μπορούσα να κάνω μόνο».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000