Η θλιβερή ιστορία του Μακάριου Λαζαρίδη, όπως όλα τα ζητήματα στην Ελλάδα, οδήγησε σε λάθος συμπεράσματα. Η συζήτηση για το πτυχίο του δεν αφορούσε, δεν έπρεπε να αφορά, τη σχέση του πτυχίου και της πολιτικής του πορείας, αλλά μια ιστορία του παρελθόντος του, όταν κατέλαβε δημόσια θέση χωρίς το πτυχίο που θα τη δικαιολογούσε. Αν ο παραιτηθείς, ήδη, τέως υφυπουργός είχε καταλάβει τι παίχτηκε, η εξέλιξη ίσως ήταν διαφορετική. Κρίμα, τον πρόδωσε η ιδιοσυγκρασία του.
Οι χειρισμοί του Μακάριου Λαζαρίδη, μάλιστα, και ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε η συζήτηση, οδήγησε ως συνήθως τη δημόσια συζήτηση από παρεξήγηση σε παρεξήγηση. Με αποτέλεσμα να συζητάμε πια αν πρέπει να έχει ή να μην έχει πτυχίο ο βουλευτής ή ο υπουργός.
Η απάντηση, προφανώς, βρίσκεται στο Σύνταγμα και στη λειτουργία της δημοκρατίας. Ούτε οι βουλευτές ούτε οι υπουργοί είναι ανάγκη να έχουν πτυχίο, αφού στη Βουλή τους στέλνει η ψήφος των πολιτών, οι οποίοι δεν κρίνουν τα αντικειμενικά προσόντα τους δίκην ΑΕΠ, αλλά, μέσω πολλών παραγόντων, κρίνουν αν σε σχέση με άλλους συνυποψηφίους τους είναι αυτοί που θα μας εκπροσωπούν για μια κοινοβουλευτική θητεία. Συνεκδοχικώς, δεν είναι καθοριστικός παράγων, για να γίνει κάποιος υπουργός, πρωθυπουργός ή Πρόεδρος της Δημοκρατίας, οι σπουδές του και η πιστοποίησή τους. Ουδείς, δηλαδή, θα ζητήσει πτυχίο από έναν πρωθυπουργό, ούτε ο ΔΟΑΤΑΠ θα χρειαστεί για να δώσει την ισοτιμία κάποιου πτυχίου του εξωτερικού σε κάποιον βουλευτή. Η ψήφος των πολιτών δεν ισοδυναμεί με μόρια του ΑΣΕΠ.
Ο Νίκος Φίλης, για να φέρω στη συζήτηση ένα ακομπλεξάριστο παράδειγμα, δεν είχε πτυχίο από τη Νομική, όπου σπούδαζε, χωρίς αυτό να είναι πρόβλημα για την πολιτική του διαδρομή. Κι όταν τον απέβαλε από την κυβέρνησή του ο Αλέξης Τσίπρας, στην οποία υπηρετούσε ως υπουργός Παιδείας, δεν το έκανε για τα πτυχία του, αλλά επειδή το ζήτησε ο κυβερνητικός εταίρος του, Πάνος Καμμένος. Στην πολιτική, το μέτρο των πραγμάτων δεν είναι οι τίτλοι σπουδών.
Επειδή όμως αρχίσαμε να συζητάμε για τα πτυχία και για την αξία τους, με στόχο βέβαια να μοιραστούν δημόσια πρόσωπα, ως κορυφαία και παρακατιανοί, με βάση το πτυχίο τους, ας πούμε ότι πολύ συχνά τα πτυχία είναι τύποις μεν επιβεβαιωτικά μιας εκπαιδευτικής πορείας, αλλά δεν πιστοποιούν πάντα γνώσεις.
Δεν θέλω να επεκταθώ σε αυτό, επειδή ανάμεσα σε άλλα φαινόμενα του καιρού μας ξεχωρίζει ένα ακόμα που θα το έλεγα εκπαιδευτικός ρατσισμός. Εχουν δηλαδή βγει διάφοροι και, παίζοντας τον ρόλο ενός υπερ-ΔΟΑΤΑΠ, χωρίζουν τα πτυχία των ελληνικών πανεπιστημίων σε καλά και κακά, σε έγκυρα και σε μη αποδεκτά. Πρόσωπα σε χώρους που αρνούνται την αξιολόγηση, έχουν αρχίσει και νομιμοποιούν πτυχία, ακυρώνοντας άλλα.
Η κουλτούρα της ακύρωσης α λα ελληνικά ήδη απαξιώνει τα πτυχία του Ελεύθερου Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ), προφανώς επειδή ο νέος κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ, Δημήτρης Μαρκόπουλος, έχει πτυχίο από εκεί. Κι όμως. Το ΕΑΠ ιδρύθηκε στο πλαίσιο μιας ευρωπαϊκής τάσης που διευκολύνει τη διά βίου μάθηση. Η ίδρυσή του το 1992, από τον Γιώργο Σουφλιά στο υπουργείο Παιδείας της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, είναι βέβαια μια ανορθογραφία για τον προοδευτισμό – αλλά η ουσία, το άνοιγμα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης σε πρόσωπα που δεν είχαν την ευκαιρία στη ζωή τους να σπουδάσουν, είναι απόδειξη κοινωνικής κινητικότητας. Κι αλίμονο, αν οι κοινωνικές κατακτήσεις μας έπρεπε κάθε φορά να κρίνονται μέσω της οπαδικής εμπάθειας κομμάτων και των κομματικών εσταυλισμένων τους.
Η χούντα και ο Ρόδης Ρούφος
Για τη χούντα, που επιβλήθηκε με πραξικόπημα σαν σήμερα, 59 χρόνια πριν, καθένας έχει να πει διάφορα. Προτιμώ να μιλήσω μέσω του σημαντικού αντιστασιακού και, κατόπιν, μεταρρυθμιστή των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, Σάκη Πεπονή, ο οποίος, αρχές της δεκαετίας του 1980, μιλά σε εκπομπή του κρατικού ραδιοφώνου για μια προσωπικότητα που με γενναιότητα πολέμησε τη δικτατορία, με προσωπική ζημία: για τον διπλωμάτη και συγγραφέα Ρόδη Ρούφο.
Ο Πεπονής κάνει μνεία ενός βιβλίου του Ρούφου, «που κυκλοφόρησε πρώτα στα γαλλικά […]και ύστερα αγγλικά […]και που όχι μόνο περιέγραφε την κατάσταση, όχι μόνο κονιορτοποιούσε τις προσπάθειες για τη δικαιολόγηση της δικτατορίας αλλά προχωρούσε και σε εύστοχες παρατηρήσεις, σε βαθιές τομές εις ό,τι αφορά τις ρίζες και τα αίτια της δικτατορίας αλλά και εις ό,τι αφορά τις προοπτικές. Εκείνο που έβγαινε από το βιβλίο ήταν μια προειδοποίηση […] ότι νόθες λύσεις “κηδεμονευόμενης δημοκρατίας” δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί ο ελληνικός λαός».
Το βιβλίο, εκείνο, του Ρόδη Ρούφου δεν είχε κυκλοφορήσει ποτέ στα ελληνικά. Κυκλοφορεί τώρα από την Εστία, με τίτλο, «Στην Ελλάδα των συνταγματαρχών», σε μετάφραση και με επίμετρο Αλέξανδρου Μπαζούκη, με πρόλογο του Πάνου Λουκάκου κι αν το αναζητήσετε – ιδίως οι νεότεροι – θα καταλάβετε και τι ήταν η χούντα και τι σήμαινε πνευματική γενναιότητα εκείνα τα χρόνια.






