Το διεθνές κοινό που αναλύει το αποτέλεσμα των ουγγρικών εκλογών είναι πιθανό να καταλήξει σε μια άποψη που φαντάζει οικεία: ότι αυτές οι εκλογές αφορούσαν τη σύγκρουση Ανατολής εναντίον Δύσης ή ότι επρόκειτο για έναν «σεισμό της νεολαίας», μια νίκη που εξασφαλίστηκε από την πρωτοφανή συμμετοχή των νέων ψηφοφόρων. Αυτά τα αφηγήματα περιέχουν δόσεις αλήθειας, φυσικά, αλλά, ειδικά για όσους ενδιαφέρονται να αντιπαλέψουν καθεστώτα όπως αυτό του Βίκτορ Ορμπαν, αξίζει μια προσεκτικότερη ματιά σε αυτή την εκστρατεία.
Η ήττα του Ορμπαν συνέβη ενάντια σε κάθε πρόβλεψη. Το ουγγρικό εκλογικό σύστημα σχεδιάστηκε από την κυβέρνησή του μετά το 2010 με έναν μόνο σκοπό: τα συμφέροντα του κόμματός του, του Fidesz. Οι ευνοούμενοί του ελέγχουν τεράστια τμήματα της ουγγρικής κοινωνίας και οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης. Ο Ορμπαν ήταν αποτελεσματικός στο να συντηρεί τον μύθο ότι δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την εξουσία δημοκρατικά, γεγονός που περιόριζε την πολιτική φαντασία πολλών Ούγγρων.
Ακόμη και όταν οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ένα ισχυρό προβάδισμα του κόμματος Tisza τις τελευταίες εβδομάδες της προεκλογικής εκστρατείας, πολλοί δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι μια νίκη θα μπορούσε να επιτευχθεί στην κάλπη. Πολλά ήταν τα στοιχεία που έγερναν την πλάστιγγα υπέρ του Ορμπαν και πάρα πολλές φορές τα προηγούμενα 16 χρόνια οι ψηφοφόροι της αντιπολίτευσης είχαν έρθει αντιμέτωποι με την απογοήτευση τη νύχτα των εκλογών.
Ωστόσο, ο Πέτερ Μαγιάρ και το κόμμα του, Tisza, μαζί με τον ουγγρικό λαό που προσήλθε σε αριθμούς ρεκόρ για να ψηφίσει, έλυσαν τα μάγια της παντοδυναμίας του Ορμπαν. Με μια «υπερπλειοψηφία» στο κοινοβούλιο, το Tisza βρίσκεται τώρα σε ισχυρή θέση για να προχωρήσει σε μια πλήρη αναθεώρηση του ουγγρικού συνταγματικού και πολιτικού συστήματος ή, όπως το αποκαλούν, σε μια αλλαγή καθεστώτος.
Αυτό είναι αξιοσημείωτο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Μαγιάρ εγκατέλειψε το Fidesz πριν από λίγο περισσότερο από δύο χρόνια. Τον Φεβρουάριο του 2024, το κυβερνών κόμμα είχε κλονιστεί βαθιά από ένα ηθικό και πολιτικό σκάνδαλο που αφορούσε την προεδρική χάρη σε έναν κατάδικο που είχε κριθεί ένοχος για συγκάλυψη εγκλημάτων παιδικής κακοποίησης σε κρατικό ίδρυμα ανηλίκων. Μόλις έγινε σαφές ότι είχαν σπάσει ένα από τα ισχυρότερα ταμπού της κουλτούρας μας, απονέμοντας χάρη σε κάποιον που εμπλεκόταν στη συγκάλυψη τέτοιων εγκληματικών δραστηριοτήτων κατά παιδιών υπό την προστασία του κράτους, η ζημιά ήταν ανεπανόρθωτη. Ο Μαγιάρ επέλεξε αυτή τη στιγμή για να αποστασιοποιηθεί από το Fidesz και να δώσει την πρώτη του εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στον ανεξάρτητο Tύπο. Επιτέθηκε στη δική του πλευρά, το κυβερνών κόμμα, και με αυτόν τον τρόπο παρείχε, σε μια στιγμή κρίσης, ένα αφήγημα για τους ανθρώπους που προηγουμένως ήταν είτε πολιτικά αδιάφοροι είτε υποστήριζαν την κυβέρνηση, ώστε να επανεξετάσουν τη θέση τους.
Παλαιότερα, η προπαγανδιστική μηχανή του Fidesz ήταν εξαιρετική στο να «κατακλύζει το πεδίο» ανακοινώνοντας νέα αυταρχικά μέτρα και βρίσκοντας νέους στόχους στην κοινότητα των ΜΚΟ, στα μέσα ενημέρωσης ή σε μειονοτικές ομάδες. Ο Μαγιάρ γνώριζε όλα αυτά τα κόλπα. Ηξερε ότι αν επέτρεπε στο Fidesz να καθορίζει την ατζέντα των ειδήσεων, αφήνοντάς τον σε θέση άμυνας, να επικρίνει την υπέρβαση εξουσίας του Ορμπαν και να τάσσεται με το θύμα, αυτό δεν θα οδηγούσε στην αποδόμηση του καθεστώτος ούτε στην προσέλκυση νέων υποστηρικτών.
Η ιστορική συμμετοχή και τα αποτελέσματα αυτών των εκλογών αντικατοπτρίζουν τέσσερα χρόνια οικονομικής παρακμής και τις αρνητικές συνέπειες από το σκάνδαλο της προεδρικής χάρης. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι αποτελούν προϊόν του πολιτικού έργου και της προσπάθειας των δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που προσφέρθηκαν εθελοντικά ή εργάστηκαν για το Tisza και τον ηγέτη τους. Ο Μαγιάρ αναγνώρισε ότι έπρεπε να κόψει οριστικά τους δεσμούς με την παλιά αντιπολίτευση και κατάφερε να αποφύγει τις συνηθισμένες παγίδες που έστηνε το Fidesz. Χωρίς να αμφισβητήσει ούτε για μια στιγμή ότι το Fidesz μπορούσε να ηττηθεί δημοκρατικά, έδωσε στους Ούγγρους τη δύναμη να φανταστούν ένα μέλλον πέρα από τη διακυβέρνησή του.






