Οι οικονομικές πολιτικές που υιοθέτησε η χούντα (1967-1974) προκάλεσαν όχι μόνο άμεσα δυσμενή αποτελέσματα στους εργαζομένους και τα νοικοκυριά αλλά δημιούργησαν έμμεσα και μακροπρόθεσμα κόστη, τα οποία έβλαψαν τη χώρα για δεκαετίες. Οι επιπτώσεις αυτές εκτείνονται από τη λειτουργία της οικονομίας και των θεσμών έως το περιβάλλον και το ανθρώπινο δυναμικό, διαμορφώνοντας στρεβλώσεις που δεν ήταν άμεσα ορατές, αλλά αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ζημιογόνες για την Ελλάδα. Παρακάτω, παραθέτουμε ορισμένα μείζονα προβλήματα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν κατά τη διάρκεια της Επταετίας.
Η αλλοπρόσαλλη συναλλαγματική πολιτική που ακολουθήθηκε τη διετία 1973-1974. Παραμένοντας τυφλά και ανεξήγητα προσδεμένη στο δολάριο, ενώ όλα τα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης, με τα οποία η Ελλάδα είχε κυρίως εμπορικές σχέσεις, είχαν απομακρυνθεί από αυτό. Προκλήθηκε έτσι μια ιδιαίτερη αδυναμία και ευπάθεια στο νόμισμα, προκαλώντας σε σημαντικό βαθμό το μελλοντικό σπιράλ υποτιμήσεων και πληθωρισμού για αρκετά χρόνια.
Το διαχρονικό κόστος που επέφερε στο περιβάλλον, μέσω της άναρχης αστικής δόμησης που επέτρεψε να φουντώσει ανεξέλεγκτα. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι εμφανή έως και σήμερα, καθόσον δεν μπορούν να εξαλειφθούν ούτε με μια απλή απόφαση ούτε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό συνδέεται και με την καταστροφική τουριστική πολιτική που ακολουθήθηκε σε πολλές περιοχές, με την ανέγερση τεράστιων ξενοδοχειακών μονάδων, καθώς και με την εκτεταμένη καταπάτηση του αιγιαλού, η οποία παραμένει ακόμη και σήμερα χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής αποκατάστασης από την πολιτεία.
Η δημιουργία της βραδυφλεγούς βόμβας των προβληματικών επιχειρήσεων. Το συγκεκριμένο πρόβλημα προέκυψε σε μεγάλο βαθμό από την άκριτη και χωρίς αξιολόγηση δανειοδότηση επιχειρήσεων κατά την περίοδο της χούντας. Η πρακτική αυτή έδωσε τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να παραβλέψουν σημαντικά ζητήματα προσαρμογής και εκσυγχρονισμού, με αποτέλεσμα την κατάρρευση πολλών προβληματικών επιχειρήσεων (ευνοημένων από τον δανεισμό της χούντας) τη δεκαετία του 1980.
Η βίαιη αποκόλληση της Ελλάδας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αυτό επετεύχθη τόσο με τη διακοπή των σχέσεων με την τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα όσο και με την έξωση από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε μείζονα εθνική προσβολή για τη χώρα και τους πολίτες της και άφησε μια αμαύρωση που διήρκεσε για πολλά χρόνια.
Πλήγματα στην εκπαίδευση
Επιπρόσθετα, η χούντα επέφερε μια μακροχρόνια πληγή στο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο είχε αρχίσει να αναπτύσσεται και να καταλαμβάνει τη θέση που του άρμοζε στην κοινωνία, ιδίως μετά την ώθηση που είχε δεχθεί από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964, η οποία παρότρυνε τη νεολαία να σπουδάζει με πολύ μεγαλύτερη ευκολία και αξιοκρατία από αυτήν την οποία είχε γνωρίσει στο παρελθόν. Η εξέλιξη αυτή ανακόπηκε με δύο βασικά πλήγματα:
Πρώτον, τη μετατροπή της εννεαετούς υποχρεωτικής εκπαίδευσης σε εξαετή, γεγονός που οδήγησε στον αποκλεισμό σημαντικού αριθμού νέων ανθρώπων από την περαιτέρω εκπαίδευση, είτε λόγω στερήσεων είτε λόγω αδυναμίας πρόσβασης σε γυμνάσια και λύκεια.
Δεύτερον, τη δίωξη καθηγητών δημοκρατικών φρονημάτων, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν υψηλής ποιότητας, και την αντικατάστασή τους από άλλους σαφώς υποδεέστερους, κάτι που είχε άμεση αρνητική επίπτωση στην ποιότητα των σπουδών, παρά το γεγονός ότι τυπικά διατηρήθηκε το πλαίσιο της ανώτατης παιδείας.
Η καταπίεση του ανθρώπινου δυναμικού σε συνδυασμό με την ασφυξία που του επιβλήθηκε επηρέασαν την ελληνική κοινωνία για πολλά χρόνια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οδήγησαν και στο αντίθετο άκρο της υπερελευθερίας σε ακαδημαϊκές επιλογές και συμπεριφορές, με αποτέλεσμα να προκύψει κόστος και από την κατάχρηση της ελευθερίας εις βάρος των κανόνων που πρέπει να διέπουν την παιδεία.
«Πού πάνε τα λεφτά;»
Πέραν όμως των παραπάνω επισημάνσεων, υπάρχει ένα αλάνθαστο κριτήριο για την αποτίμηση της οικονομικής πολιτικής ενός καθεστώτος, το οποίο δεν είναι άλλο από την απάντηση στο ερώτημα «Πού πάνε τα λεφτά;». Δηλαδή, πού κατευθύνονταν οι πόροι το 1967 και πού το 1974, μεταξύ δύο βασικών κοινωνικών κατηγοριών, των μισθωτών εργαζομένων και των επιχειρήσεων. Αν παρατηρήσουμε το μερίδιο των μισθών επί του συνολικού ΑΕΠ, διαπιστώνουμε ότι από το 1967 έως το 1974 μειώθηκε από 62,4% σε 51,1%.
Αυτό σημαίνει ότι οι μισθωτοί, παρά την αύξηση του εθνικού εισοδήματος, λάμβαναν 11,3% λιγότερο σε σχέση με το 1967. Την ίδια περίοδο, σε άλλες χώρες με αυταρχικά καθεστώτα, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, το αντίστοιχο μερίδιο παρέμεινε σχεδόν σταθερό. Σε αριθμητικούς όρους, το 11,3% του ΑΕΠ αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 33 δισεκατομμύρια ευρώ. Αυτό είναι το ποσό που έχασαν οι εργαζόμενοι το 1974 σε σχέση με αυτό που θα λάμβαναν εάν η κατανομή είχε παραμείνει στα επίπεδα του 1967.
Ολα τα παραπάνω γεγονότα αφέθηκαν σε μεγάλο βαθμό χωρίς ουσιαστική λογοδοσία για το πραξικόπημα και τις οικονομικές πολιτικές της Επταετίας. Ενδεχομένως, αυτό οφείλεται στο ότι η προσοχή της κοινής γνώμης και του κοινοβουλίου επικεντρώθηκε στην τραγωδία της Κύπρου, με αποτέλεσμα οι προσπάθειες να στραφούν κυρίως στην αναζήτηση ευθυνών για το κυπριακό πραξικόπημα και τη μετέπειτα εισβολή και κατοχή.
Κατά συνέπεια, το οικονομικό κόστος των πολιτικών της χούντας οδηγήθηκε σε μια μορφή νομικής λήθης, η οποία σταδιακά εξομάλυνε την εικόνα του καθεστώτος. Ετσι, διαμορφώθηκε η εντύπωση ότι «κάτι έκανε» και προώθησε την οικονομία.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η Ελλάδα θα μπορούσε να βρίσκεται σε πιο προνομιακή θέση, αν σκεφτεί κανείς πως έχασε ορισμένες κρίσιμες ευκαιρίες. Ακόμη και όταν άρχισε να ανακτά όσα στερήθηκε, όπως με την ένταξή της στην ΕΕ, η ευνοϊκή περίοδος της ΕΕ είχε ήδη παρέλθει και η χώρα είχε χάσει τη «χρυσή εποχή» της δεκαετίας του 1960, όταν οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες ανθούσαν. Κατά συνέπεια, η αποτίμηση όλων αυτών των εξελίξεων δεν περιορίζεται σε μια απλή καταγραφή γεγονότων, αλλά συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη μετέπειτα πορεία της χώρας και τις επιλογές που διαμόρφωσαν το παρόν. Η κατανόηση του τι ακριβώς συνέβη, των συνεπειών και των στρεβλώσεων που προκάλεσε η χούντα αποτελεί τον καλύτερο τρόπο όχι μόνο για να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις της, αλλά και για να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει μελλοντικά παρόμοια απειλή.
Ο Νίκος Χριστοδουλάκης είναι πρώην υπουργός






