Το βράδυ της Ανάστασης φάγαμε, κατά το έθιμο, όλο το σόι και οι στενοί φίλοι. Καμιά εικοσαριά άτομα σύνολο. Εφέτος, όμως, είχαμε μια ιδιαίτερη ατραξιόν. Ο ξάδελφός μου μάς έβγαζε, χωρίς να το καταλάβουμε, φωτογραφία· έναν-έναν. Στη συνέχεια εμείς έπρεπε να επιλέξουμε τον ζωγράφο με την τεχνοτροπία του οποίου θα μετατρεπόταν η φωτογραφία μας σε προσωπογραφία. Και με το πάτημα ενός κουμπιού, θες Βαν Γκογκ; Πάρε να ‘χεις. Θες Γκόγια; Δυσοίωνο σε βρίσκω, αλλά να ‘σαι. Και σε Φρίντα Κάλο έχω, με λουλουδικό στο κεφάλι. Καλά, Αντι Γούορχολ δεν το συζητώ καν, πολύ συνηθισμένο· δες και την α λα Εντουαρντ Χόπερ εκδοχή σου. Τέλος πάντων, εγώ επέλεξα Βαν Γκογκ και αμέσως είχα στο κινητό μια «ζωγραφιά» μου πάνω από ένα πιάτο μαγειρίτσα που (δεν) θα μπορούσε να είχε ζωγραφίσει ο μεγάλος ολλανδός ζωγράφος. Πάντως, συγκρίναμε τις φωτογραφίες, δοκιμάσαμε την εφαρμογή και σε νεκρές φύσεις, ωραία περάσαμε – αν και την επόμενη ημέρα έσβησα το πορτρέτο, δεν μου άρεσε ο εαυτός μου, σαν βλογιοκομμένη ήμουν.
Ενα ακόμη παιχνίδι με τα τερτίπια της τεχνητής νοημοσύνης ή, όπως λένε, όλο αυτό που έχει εγκατασταθεί στις συσκευές μας και κάνει εφικτό το ανέφικτο και πραγματικότητα τη φαντασία. Θέλω να φαντασιώνομαι ότι πόζαρα εγώ στον Ντα Βίντσι όταν ζωγράφιζε την Τζοκόντα; Να ‘μαι. Να δω πώς θα «έγραφα» στο πλευρό του Τζορτζ Κλούνεϊ αν ήμουν η Αμάλ Αλαμουντίν; Καλώς όρισα. Να μπω μέσα στα «Φιλαράκια» και να τους τα κάνω λίμπα; Καλώς με δέχθηκαν. Βρήκε σανό να φάει η ματαιοδοξία μας κι έχω την εντύπωση ότι την έχουμε ήδη στουμπώσει, όπως τις χήνες πριν τις κάνουν φουά γκρα. Και θυμάμαι τον αείμνηστο φωτογράφο Ντίνο Διαμαντόπουλο στη δεκαετία του 1980 (δηλαδή πριν από χίλια πεντακόσια χρόνια περίπου) να «ξύνει» τσούκου-τσούκου με το ξυραφάκι τις ρυτίδες από τα πορτρέτα των πρωταγωνιστριών εκείνης της εποχής και μετά τσούκου-τσούκου με το πινελάκι να τις ξαναγεμίζει· ώρες ατέλειωτες που ανήγαγαν τη δουλειά του φωτογράφου σε άλλο επίπεδο.
Oλα αυτά όμως ας πούμε ότι είναι παιχνίδια. Οι ακραίες επεμβάσεις σε φωτογραφικό υλικό ή βίντεο είναι αυταπόδεικτες. Ποιος θα πιστέψει, για παράδειγμα, ότι κλείστηκα σε ένα ασανσέρ με την Τέιλορ Σουίφτ (έχω τέτοια φωτογραφία) ή ότι ο Τραμπ ζώστηκε τον ιερό μανδύα και μπούκαρε σε νοσοκομεία για να θεραπεύει αρρώστους διά της θωπείας ή ότι μια 70άρα έχει λιγότερες ρυτίδες από μια 20άρα; Τώρα, αν κάποιες και κάποιοι θέλουν να ζουν εγκλωβισμένοι στις διαδικτυακές τους εκδοχές, όπου η νιότη είναι αυτοτροφοδοτούμενη, δικαίωμά τους.
Το θέμα είναι με τον γραπτό λόγο. Εκεί όπου πασάρουν, ακόμη και επαγγελματίες της γραφής, κείμενα-σεντόνια ως δικά τους· κι αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί εύκολα. Γίνεται, όμως, αμέσως αντιληπτό. Δεν μπορώ να εξηγήσω το πώς, παρόλο που εδώ και σχεδόν σαράντα πέντε χρόνια η δουλειά μου είναι το γράψιμο. Το βασικό θεωρώ ότι είναι η απουσία του ανθρώπινου «λάθους», του τυχαίου παροράματος, της ανατρεπτικής χρήσης των λέξεων, των μη δόκιμων εκφράσεων, όλων αυτών που δίνουν στο γραπτό προσωπικό τόνο, το «ζωντανεύουν».
Φοβού την τελειότητα
Τα κείμενα της τεχνητής νοημοσύνης είναι τέλεια· και πολυλογάδικα. Συνάδουν με μια περιρρέουσα αντίληψη ότι όσο πιο αναλυτικά τα γράφεις τόσο περισσότερα γνωρίζεις. Μέγα λάθος. Αυτός που έχει ταλέντο στο γράψιμο, γνωρίζει ακόμη και από ένστικτο ότι ένα πολύ βασικό προσόν είναι η οικονομία του λόγου. «Βιαζόσαστε και γράψατε τόσο μεγάλο κείμενο;» έλεγε ο Λέων Καραπαναγιώτης. Για παράδειγμα, η φράση «Τα πλοία που είναι δεμένα στα λιμάνια και δεν σαλπάρουν ποτέ» φωνάζει ότι είναι ΑΙ. Αφού είναι δεμένο, πώς θα σαλπάρει;
Ας κάνουν οι άνθρωποι ό,τι θέλουν με τις φωτογραφίες τους. Στα έτοιμα τα λόγια, τα μεγάλα, να μην ενδίδουν εύκολα. Διότι έτσι απεμπολούν την ικανότητα της έκφρασης. Κι αν δεν μπορείς να εκφράσεις αυτό που νιώθεις, δεν ξέρεις και τι ακριβώς νιώθεις.






