Το ξέρω ότι είναι λάθος, ότι είναι άδικο, ότι είναι αντιδεοντολογικό – ίσως και κάπως υποτιμητικό – τόσο για τον καλλιτέχνη στον οποίο αναφέρεται όσο και γι’ αυτόν που το λέει. Αλλά τι να κάνουμε; Ετσι συμβαίνει. Και αυτό ακριβώς συνέβη και σε εμένα όταν έμαθα χθες για τον θάνατο, σε ηλικία 94 ετών, του Αγγελου Αντωνόπουλου. Τον έχω δει στο θέατρο σε εξαιρετικές ερμηνείες· τελευταία φορά πρέπει να ήταν, πριν από λίγα χρόνια, στον μονόλογο του Χάουαρντ Ζιν, «Ο Μαρξ στο Σόχο». Τον έχω δει στην τηλεόραση να «σφραγίζει» με τη στόφα του θεατρικού ηθοποιού τηλεοπτικούς ρόλους. Τον θυμάμαι κι από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Αλλά για εμένα θα είναι πάντα ο συνταγματάρχης Βαρτάνης του «Αγνωστου Πόλεμου».
Οσοι έχουν ζωντανές μνήμες από το θρυλικό σίριαλ της ελληνικής τηλεόρασης είναι σήμερα άνω των 60 ετών. Και οι νεότεροι όμως όλο και κάτι θα έχουν ακούσει αφού υπήρξε η σειρά που, στην πραγματικότητα, σήμανε το τέλος του ελληνικού κινηματογράφου και την αρχή της καθιέρωσης της τηλεόρασης ως κυρίαρχο μέσον της μαζικής διασκέδασης. Μία αλλαγή σκήπτρων δηλαδή, στην τόσο υποτιμημένη για πολλές δεκαετίες ποπ (ή μαζική αν το θέλετε ελληνιστί) κουλτούρα (εδώ μία παρένθεση για να θυμηθούμε το επί χρόνια σιωπηρό εμπάργκο του «ποιοτικού» θεάτρου στους λεγόμενους τηλεοπτικούς ηθοποιούς που, επιτέλους, ήρθε τούμπα και σήμερα βλέπουμε στα σίριαλ όλους τους σπουδαίους ηθοποιούς μας).
Ο «Αγνωστος Πόλεμος» υπήρξε βαρύ πυροβολικό της ποπ κουλτούρας. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς είδα για πρώτη φορά επεισόδιο (πρέπει να ήμουν στην πρώτη Γυμνασίου), αλλά με θυμάμαι οκλαδόν και αποσβολωμένη μπροστά στην Telefunken με την ξύλινη επένδυση και τα τροχήλατα «ποδαράκια». Θυμάμαι τους άδειους δρόμους, όταν παιζόταν (Τρίτη και Παρασκευή νομίζω) νέο επεισόδιο. Θυμάμαι ανθρώπους, όρθιους, μπροστά στις βιτρίνες των καταστημάτων που πουλούσαν τηλεοράσεις (τις οποίες οι καταστηματάρχες άφηναν ανοιχτές τα βράδια) να παρακολουθούν «Αγνωστο Πόλεμο». Θυμάμαι επίσης, ότι εξαιτίας αυτού του σίριαλ είχαν εκτοξευθεί εκείνη την εποχή οι πωλήσεις. Και δεν ξέρω αν είχαμε πάρει χαμπάρι τότε τα περί μετρήσεων της τηλεθέασης, αλλά τα 80% που δίνουν οι μετέπειτα εκτιμήσεις, θεωρώ ότι και λίγα είναι.
Ναι, ξέρω. Ο «Αγνωστος Πόλεμος» προβάλλονταν επί χούντας. Παρόλο που διαδραματιζόταν στην περίοδο του αλβανικού πολέμου, ο τρόπος που εξιδανίκευε τους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού θα μπορούσε να θεωρηθεί προπαγάνδα. Μπορεί και αυτός να ήταν ο στόχος. Οταν όμως κάτι βρίσκει τόσο μεγάλη μαζική ανταπόκριση, κατά κάποιον τρόπο αυτονομείται. Δεν έγινε, δηλαδή, κάποιος χουντικός επειδή έβλεπε αυτό το σίριαλ του Νίκου Φώσκολου· ούτε και ήταν χουντικοί όσοι το έβλεπαν. Υπήρχαν σίγουρα τότε και κάποιοι που δεν το παρακολουθούσαν για λόγους, προφανώς, ιδεολογικούς. Ξέρω όμως και κάποιους άλλους που το έβλεπαν στα κρυφά.
Ενας δρόμος με το όνομά του
Η ποπ κουλτούρα δεν έχει ανάγκη από μπιχλιμπίδια, όπως ίσως θεωρούν κάποιοι. Τον Αγγελο Αντωνόπουλο ως Βαρτάνη, την Γκέλυ Μαυροπούλου ως Χριστίνα Ψάχου και τον Νίκο Απέργη ως Εκτορα Ψάχο, τους βλέπαμε σε μπαμπάτσικες, ασπρόμαυρες τηλεοράσεις, με θολή εικόνα και προβληματικό ήχο. Ούτε είναι συνυφασμένη με τη χαρά – όλοι έκλαιγαν σε εκείνο το σίριαλ. Η επιδραστικότητά της, ωστόσο, φαίνεται από ένα ρεπορτάζ εκείνης της εποχής στην τηλεοπτική δημοσιογραφική εκπομπή «Σήμερα». Σε μία «επαρχία» της Αθήνας, μία υποβαθμισμένη συνοικία δηλαδή, υπήρχε ένας μικρός δρόμος χωρίς όνομα.
Οι κάτοικοι της περιοχής αποφάσισαν να «βαφτισθεί» οδός Συνταγματάρχη Βαρτάνη. Θυμάμαι λοιπόν μία κυρία να αναφωνεί με λαχτάρα: «Αυτήν την ”οδός” , εμείς την περιμέναμε σαν Πάσχα». Το ξέρω ότι αυτό δεν ιχνογραφεί τον Αγγελο Αντωνόπουλο ως ηθοποιό. Οτι οι θεατρικές και κινηματογραφικές του ερμηνείες έχουν ένα καλλιτεχνικό βάρος, πολύ μεγαλύτερο από αυτό που απαιτούσε ο ρόλος του Βαρτάνη· όμως η ποπ κουλτούρα έχει μεγαλύτερη δύναμη από την Τέχνη. Χωρίς όμως να την αναιρεί. Το αντίθετο μάλιστα, μπορεί και να την αναδεικνύει.









