Τον Απρίλιο του 1975 ο επιζών του Ολοκαυτώματος που είχε γίνει γνωστός ως «κυνηγός Ναζί», Σιμόν Βίζενταλ, έστειλε μια επιστολή με παραλήπτη τον ναζιστή-εγκληματία πολέμου Αλμπερτ Σπέερ. Ο Βίζενταλ τον ευχαριστούσε για ένα βιβλίο ψυχολογίας που του είχε στείλει και του προωθούσε ένα αντίτυπο της γαλλικής έκδοσης των δικών του απομνημονευμάτων. Η δεκαετής αλληλογραφία τους περιελάμβανε επίσης ευχετήριες κάρτες γενεθλίων και ολοκλήρωσε τον κύκλο της με ένα προσωπικό σημείωμα της χήρας του Σπέερ, Μαργκαρέτε, μετά τον θάνατό του το 1981, στο οποίο αναφέρει στον Βίζενταλ πόσο σημαντική ήταν για τον σύζυγό της αυτή η «φιλία».

Πώς είναι δυνατόν οι δύο άνδρες να συνδέονταν με «φιλία»; Πώς είχε καταφέρει ο Σπέερ να αναγνωριστεί ως διανοούμενος μετά την αποφυλάκισή του από τη φυλακή Σπαντάου το 1966 παρά το γεγονός ότι είχε διατελέσει υπουργός εξοπλισμών στη ναζιστική Γερμανία και είχε καταδικαστεί για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας;

Η μεγάλη εξαπάτηση

«Η “αποκατάστασή” του υπήρξε μια αριστουργηματική διαδικασία εξαπάτησης», γράφει ο ιταλός συγγραφέας Βιντσέντσο Λατρονίκο σε άρθρο του στην «Guardian». Στην υπεράσπισή του στη Δίκη της Νυρεμβέργης, όπως και στα μεταγενέστερα βιβλία και συνεντεύξεις του, ήταν το μόνο υψηλόβαθμο στέλεχος που ανέλαβε πλήρως την ευθύνη για τα ναζιστικά εγκλήματα. Και αυτή η φαινομενική ηθική υπεροχή του τού επέτρεψε να ισχυριστεί πειστικά ότι δεν γνώριζε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα στοιχεία που θα τον διέψευδαν θα αποκαλύπτονταν μόνο μετά τον θάνατό του, οδηγώντας τον Βίζενταλ, όπως και πολλούς άλλους, να παραδεχτεί ότι είχε εξαπατηθεί. Μέχρι τότε ο Σπέερ να αναδειχθεί αυθεντία πάνω στο γοητευτικό ζήτημα της προσωπικότητας του Αδόλφου Χίτλερ.

Η σχέση Σπέερ – Χίτλερ βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου του γάλλου συγγραφέα Ζαν-Νοέλ Ορανγκό «Είσαι ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ», που αναφέρεται στις δύο ζωές του Σπέερ: ως συμμάχου και έμπιστου του Χίτλερ και ως το ιδανικού προτύπου ενός «καλού Ναζί»: εύγλωττου, μεταμελημένου και τελικά όχι τόσο τέρατος όσο οι υπόλοιποι. Το βιβλίο δεν είναι βιογραφία με την κλασική έννοια, αλλά ούτε και προϊόν μυθοπλασίας. Διαβάζεται περισσότερο ως μελέτη του χαρακτήρα ενός ανθρώπου που χειραγώγησε έναν από τους ισχυρότερους άνδρες του κόσμου. Και, μετά την ήττα του τελευταίου, κατάφερε να εξαπατήσει και τους εχθρούς του, ώστε να πιστέψουν ότι ήταν ακριβώς αυτό που εκείνοι ήθελαν να είναι.

Σαν ερωτική ιστορία

Αυτός ο μηχανισμός αποπλάνησης είναι που κάνει το βιβλίο να διαβάζεται και ως ερωτική ιστορία. Ο τίτλος προέρχεται από μια φράση που είχε πει κάποτε ένας αξιωματικός των SS για τον Σπέερ και την οποία κανένας σοβαρός ιστορικός δεν έχει διαβάσει με την κυριολεκτική της έννοια, αλλά εν τέλει αντανακλά τη βαθιά και ταραγμένη φύση της σχέσης των δύο ανδρών.

Το βιβλίο ξεκινά με την πρώτη τους συνάντηση και καταγράφει την αστραπιαία άνοδο του Σπέερ από νεαρό σκηνογράφο σε υπουργό εξοπλισμών μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία. Η αφήγηση κινείται μέσα από χαρακτηριστικά στιγμιότυπα που αφορούν τη διαρκώς αυξανόμενη οικειότητα μεταξύ των δύο ανδρών, την εναλλαγή άγχους και αποστασιοποίησης, τις συγκρούσεις και τις συμφιλιώσεις, μέχρι τον τελικό αποχωρισμό στο καταφύγιο του Χίτλερ, λίγο πριν από τον θάνατό του.

Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται τόσο για το τι πραγματικά συνέβη μεταξύ τους, όσο για την ψυχολογία που κρύβεται πίσω από τη σχέση τους. Ο καθένας είχε κάτι που ο άλλος επιθυμούσε: ο Σπέερ, όμορφος και καλλιεργημένος, προσέφερε σύνδεση με την τέχνη που ο Χίτλερ ταυτόχρονα θαύμαζε και περιφρονούσε. Σε αντάλλαγμα, ο Χίτλερ τού προσέφερε πεδίο για να αναπτυχθεί η υπέρμετρη φιλοδοξία του.

Μεταμορφώσεις

Η λιτή αφήγηση εστιάζει στις επιθυμίες και στους υπολογισμούς που επέτρεψαν στον Σπέερ να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Χίτλερ και αργότερα να τον «προδώσει». Ηταν αδίστακτος ναρκισσισμός; Ασφυκτική ανασφάλεια; Ωμή φιλοδοξία; Και πόσο διαχωρίζονται αυτά μεταξύ τους;

Το ίδιο ερώτημα επανέρχεται και στη δεύτερη ζωή του Σπέερ, την οποία ο Ορανγκό περιγράφει ως εκείνη του «εύθυμου χήρου». Ρίχνει βάρος στη φιλία του με τη συγγραφέα Γκίτα Σερένι, πρώην μέλος της Γαλλικής Αντίστασης, η οποία ξεκίνησε να του πάρει συνέντευξη για τους «Times» και κατέληξε να γίνει μάρτυρας της «καλής πίστης» του. Ο Ορανγκό υποστηρίζει πως ο Σπέερ μπορούσε να αντιλαμβάνεται και να προσαρμόζεται στις προσδοκίες των άλλων, καθώς μπορούσε να μεταμορφώνεται σε κάτι αντίθετο από ό,τι ήταν, προκειμένου να παραμένει επιτυχημένος, τακτική που είχε αρχικά υιοθετήσει με τον Χίτλερ.

Οι διαφορετικές εκδοχές που έδωσε ο Σπέερ για τη ζωή του αποτελούν το σημαντικότερο παράδειγμα «αυτομυθοπλασίας» στην ιστορία, σύμφωνα με τον συγγραφέα. Ο Σπέερ κατάλαβε ότι η διασημότητα λειτουργεί πέρα από το καλό και το κακό και διαμόρφωσε τα γεγονότα ώστε να ενισχύσει τη φήμη του. Κι ο Ορανγκό προσεγγίζει την περίπτωση Σπέερ ως προειδοποίηση για έναν κόσμο όπου το όριο ανάμεσα στο πραγματικό και το κατασκευασμένο καταρρέει, ως μια προειδοποίηση για την εποχή της μετα-αλήθειας.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Στα Σχοινιά: Ουγγαρία, Όρμπαν, AfD και Τραμπ - Τι αλλάζει στην Ευρώπη