Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ακόμα. Αλλά βρισκόμαστε στο χείλος ενός αναπόφευκτου οικονομικού κατακλυσμού, τέτοιου που δεν έχουμε ξαναδεί στη ζωή μας. Περιμένουμε αυτό που ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) λέει ότι είναι πλέον βέβαιο ότι θα συμβεί: μια ενεργειακή κρίση τόσο μεγάλη που θα είναι το αντίστοιχο των δύο πετρελαϊκών κρίσεων του 1973 και του 1979 και της πλήρους εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, μαζί.

Ο IEA λέει ότι είναι ήδη πολύ αργά για να αποτραπεί αυτή η επικείμενη ενεργειακή κρίση. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αποφύγει την καταστροφή των εγκαταστάσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου που απειλούν ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, αλλά είναι πολύ αργά. Η βαθιά ύφεση που έχει προκαλέσει ο πόλεμός του απλώνεται σε όλο τον κόσμο.

Η (ομάδα διαχείρισης κρίσεων) Cobra συναντήθηκε για τον ενεργειακό εφοδιασμό, με τον πρωθυπουργό Στάρμερ να υπόσχεται ότι θα χρησιμοποιήσει κάθε τρόπο για να σώσει το κόστος διαβίωσης. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ενεργήσουμε σύμφωνα με τις προειδοποιήσεις του IEA προς τις χώρες να «προστατεύσουν τους καταναλωτές από τις επιπτώσεις αυτής της κρίσης». Παραθέτουν βασικές δράσεις εξοικονόμησης καυσίμων: μείωση των ορίων ταχύτητας (ήταν 80 χλμ./ώρα σε όλους τους δρόμους της Βρετανίας κατά την κρίση του 1973), κοινή χρήση αυτοκινήτων, χρήση σε μέσα μαζικής μεταφοράς, εργασία από το σπίτι, εξοικονόμηση βενζίνης και μαγειρική με ηλεκτρικό ρεύμα, όχι με αέριο.

Ο εκτελεστικός διευθυντής του IEA Φατίχ Μπιρόλ προειδοποιεί ότι «οι επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας και τις οικονομίες πρόκειται να γίνουν όλο και πιο σοβαρές».

Θυμηθείτε την ισχυρή επίδραση του αποκλεισμού των διυλιστηρίων πετρελαίου εν μέσω των διαμαρτυριών για τα καύσιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2000. Τα αυτοκίνητα περίμεναν στην ουρά για ώρες. Οι αγορές υπό πανικό προκάλεσαν την εξάντληση καυσίμων έως και 3.000 πρατηρίων βενζίνης. Τα ράφια των σουπερμάρκετ άδειασαν. Τα νοσοκομεία τέθηκαν σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τα σχολεία έκλεισαν. Αλλά αυτοί οι αποκλεισμοί διήρκεσαν μόνο μία εβδομάδα.

Πόσο πικρό είναι που αυτός ο καταστροφικός για την οικονομία πόλεμος ξέσπασε ακριβώς τη στιγμή που η εαρινή δήλωση της υπουργού Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς παρουσίαζε ελπίδες ανάπτυξης. Αντ’ αυτού το κόστος ζωής θα εκτοξευθεί, ο πληθωρισμός και η ανεργία επίσης, και τα μέτρα περιορισμού δεν θα είναι δημοφιλή.

Πρέπει να βρεθούν χρήματα για να αντιμετωπιστούν ακραίες συνθήκες, αλλά με τις αγορές ομολόγων να μην έχουν καμία πρόθεση να επιτρέψουν δανεισμό για δαπάνες, οι φόροι θα πρέπει να αυξηθούν σε ακραίες περιπτώσεις.

Οι κυβερνήσεις που βρίσκονται στο τιμόνι αποβάλλονται έπειτα από κρίσεις, αφού κατηγορούνται ακόμη και όταν τα έχουν πάει καλά: ο Γκόρντον Μπράουν και ο Αλιστερ Ντάρλινγκ έκαναν περισσότερα για να «σώσουν τον κόσμο» από οποιονδήποτε άλλον εν μέσω της οικονομικής κρίσης του 2008, αλλά οι ψηφοφόροι ποτέ δεν δείχνουν ευγνωμοσύνη. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 άφησε λίγους δυτικούς ηγέτες να επιβιώσουν από τις επόμενες εκλογές τους. Λίγοι παρέμειναν στην εξουσία και μετά την πανδημία Covid.

Η δημόσια αποστροφή για τον Τραμπ είναι δυνατό χαρτί του Στάρμερ. Αλλά ίσως χρειαστεί νέος ηγέτης για να σηματοδοτήσει μια αλλαγή κατεύθυνσης των Εργατικών, να χρησιμοποιήσει αυτήν την κρίση για να εγκαταλείψει τους δημοσιονομικούς περιορισμούς.

Η Πόλι Τόινμπι είναι αρθρογράφος της «Guardian»

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.