Σε μια πόλη που μοιάζει να καίγεται αργά από εντάσεις, μυστικά και πάθη, και η προσωπική μοίρα συναντά την ιστορία, ταξιδεύει το κοινό ο «Ηλιος με ξιφολόγχες», η νέα παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος που ανεβαίνει στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη του 1931, έναν τόπο πολυπολιτισμικό αλλά και εύθραυστο, γεμάτο αντιφάσεις, όπου το φως και το σκοτάδι συνυπάρχουν.
«Η Θεσσαλονίκη ήταν μια μητρόπολη της εποχής, πολυπολιτισμική, εμπορικό κέντρο με καπνοβιομηχανίες οι οποίες τροφοδοτούσαν όλα τα Βαλκάνια με καπνό. Αρα, υπήρχε πλούτος και μαζί χοροί, ορχήστρες, μουσική. Ηταν μια ευρωπαϊκή πόλη. Αυτό όμως ερχόταν σε αντιδιαστολή μ’ έναν κόσμο προσφύγων που ήρθαν ξαφνικά από τη Μικρά Ασία και διπλασίασαν στην ουσία τον πληθυσμό της. Εκεί, με τον Βενιζέλο, προέκυψε η ανάγκη της ύπαρξης ενός εθνικού αφηγήματος για τη Θεσσαλονίκη, το οποίο την ήθελε φιλελεύθερη και συμπρωτεύουσα» αναφέρει στο «Νσυν» ο Ορέστης Παλιαδέλης, πρωταγωνιστής της παράστασης.
Ο ίδιος, υποδύεται τον Γόρδιο Κλήμεντο, έναν ταγματάρχη ο οποίος καλείται να εξιχνιάσει τα αίτια μιας φωτιάς που ξέσπασε στη συνοικία των προσφύγων και βρίσκεται να βυθίζεται στη σκοτεινή πλευρά της πόλης. «Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης δίνει μια πολύ λεπτομερή ανάλυση του χαρακτήρα. Εγώ προσπαθώ να πάρω στοιχεία από το βιβλίο και να τα εντάξω με κάποιον τρόπο σε κάτι που με συνδέει μαζί του. Βρίσκω μια προσωπική αντιστοιχία. Διαβάζοντας, κατάλαβα ότι ο ήρωάς μου είναι ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει το όραμα του Βενιζέλου και βλέπει τη ζωή αυτή καθαυτήν μακριά από το ρομαντικό ιδεώδες το οποίο φαίνεται ότι ο ίδιος υπηρετεί. Ερχεται αντιμέτωπος με την αλαζονεία της εξουσίας, τον υπόκοσμο, τις προδοσίες και τα κοινωνικά κινήματα διαφόρων ειδών, ανακαλύπτοντας ότι ο δρόμος προς κάτι ρομαντικά καλύτερο είναι πολύ δύσκολος. Με γοητεύει η ενέργεια που δίνει στο να υπηρετήσει τον σκοπό του, ότι ψάχνει να βρει το νήμα της ιστορίας και τη λύση κι αυτό γίνεται η αδυναμία του», επισημαίνει ο ηθοποιός.
Κόντρα στους καιρούς
Ο ταγματάρχης προσπαθεί διαρκώς να ισορροπήσει ανάμεσα στο καθήκον και την επιθυμία, καθώς φλέγεται από πάθος για την Ντανιέλ, μια γυναίκα διαφορετική, «μίαν Ουτοπία επιθυμητή κι αβάσταχτη, εκτός χρόνου, εντελώς ασύμβατη με τη γύρω του πραγματικότητα», όπως την περιγράφει ο Σκαμπαρδώνης.
«Είναι ένα κορίτσι κόντρα στους καιρούς. Μπροστά ακόμα και για τη δική μας εποχή. Ξεκάρφωτη, όπως αυτοαποκαλείται. “Καλπάζει” πάνω στη Χάρλεϊ της μακριά από πρέπει. Προσωπικά, προσπαθώ να την πλησιάσω με τις μνήμες μου, απ’ όταν ήμουν κι εγώ 20 χρονών. Τότε που ήμουν ασταμάτητη. Που έλεγα θέλω αυτό, κι αν δεν το πάρω δεν θα κάνω πίσω. Εχει κάποια στοιχεία που τα λατρεύω και τα ζηλεύω και μέσα από το ταξίδι που μου προσφέρει, μου επιτρέπω να τα γευτώ. Τελικά να με ξαναγνωρίσω και να γευτώ πτυχές μου που κρύβω», τονίζει από την πλευρά της η Χρυσή Μπαχτσεβάνη, η οποία υποδύεται τον συγκεκριμένο ρόλο μαζί με της αφηγήτριας.
«Ο κύριος Σκαμπαρδώνης έχει φυλάξει μερικές από τις ωραιότερες περιγραφές που έχω διαβάσει σε μυθιστόρημα, για την ηρωίδα μου. Οταν το διάβασα ένιωσα δέος και φόβο. Πώς θα προσεγγίσω αρχικά όλο αυτό εξωτερικά, πώς θα το βγάλω από μέσα μου αυτό το αγρίμι, που το “προσκυνάει” ο ταγματάρχης Γόρδιος. Πώς θα μιλήσω, θα αρθρώσω τις λέξεις με σιγουριά και χιούμορ που έχει ένα κορίτσι, που δεν το νοιάζει τι θα πουν. Πώς θα δεχτώ το βλέμμα όλων και δεν θα ντραπώ. Χρειάστηκε να νιώσω άπιαστη, αέρας που θες να εισπνεύσεις και δεν μπορείς να πιάσεις», συνεχίζει η ηθοποιός, η οποία άρχισε να χτίζει την ηρωίδα της από τα έξω προς τα μέσα με τη βοήθεια της ομάδας της παράστασης.
Βλέμμα στο σήμερα
Με φόντο μια εποχή πολιτικής έντασης και κοινωνικών μετασχηματισμών, η παράσταση ξεδιπλώνει ένα πολιτικό δράμα με έντονα αστυνομικά στοιχεία αλλά και βαθιά ανθρώπινα διλήμματα που έχουν πολλά να πουν για την εποχή μας. «Οι συνθήκες που περιγράφει, δεν διαφέρουν πολύ από αυτές που επικρατούν σήμερα, με τη φτώχεια, την ακρίβεια και τους πρόσφυγες, τα πολιτικά κινήματα και τα φασιστικά μορφώματα τα οποία επηρεάζουν όλη την κατάσταση. Επίσης, υπάρχει και μια γενοκτονία που συντελείται και δεν διαφέρει από άλλες. Το έργο καταλήγει με τον πυρπολισμό του οικισμού του Κάμπελ, το οποίο είναι το πρώτο εβραϊκό πογκρόμ που συμβαίνει στην Ευρώπη, αλλά όπως λέει και η σκηνοθέτριά μας, αλλάζουν τα ονόματα πλέον. Τότε ήταν οι Εβραίοι, μετά οι Παλαιστίνιοι, οι Αραβες, οι Τσιγγάνοι, οι ομοφυλόφιλοι. Υπάρχει ένα πράγμα που μας τροφοδοτεί να είμαστε επιθετικοί συνέχεια. Ο κόσμος είναι επιθετικός κι επικίνδυνος», υπογραμμίζει ο Ορέστης Παλιαδέλης.
Μαζί του συμφωνεί και η Χρυσή Μπαχτσεβάνη. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τίποτα δεν αλλάζει. Είμαστε ικανοί οι άνθρωποι να φαγωθούμε για μια ιδεολογία. Να αφανίσουμε αυτό που είναι διαφορετικό από μας, ξένο! Αυτό που έγινε τότε στο Κάμπελ, μοιάζει πολύ με το σήμερα. Απλώς τότε βάλανε φωτιά, δώσανε μάχη σώμα με σώμα, ενώ τώρα αρκεί ένας κυβερνήτης που αποφασίζει για τη ζωή μωρών, λαών, χωρών κι ένα κουμπί που ενεργοποιεί μια βόμβα», δηλώνει η ίδια, καταλήγοντας σε μια παραίνεση. «Αν ακούσουμε την ιστορία του μυθιστορήματος και πόσο αποτρόπαια κατέληξε, ίσως καταφέρουμε να αλλάξει το τέλος. Αλλωστε τέτοιου είδους ιστορικά γεγονότα καταγράφηκαν ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, όχι για να υπάρξουν ως πληροφορία, αλλά για να μην ξαναγίνουν τα ίδια λάθη».






