Δεν μιλάς όταν πρόκειται για τον Τζορτζ Οργουελ (1903-1950). Μόνον ακούς. Ο μεγαλύτερος ίσως προφήτης του 20ού αιώνα, είπε τα πάντα στα βιβλία του, ανάμεσα στα οποία δύο, το «1984» και η «Φάρμα των ζώων», ανήκουν στην ανθολογία των αριστουργημάτων της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ο Ραούλ Πεκ, ο ευφυής αυτός ντοκιμαντερίστας, γνωστός από το εξίσου σπουδαίο ντοκιμαντέρ «Ι am not your negro» για τον συγγραφέα Τζέιμς Μπάλντουιν, αδιαμφισβήτητα ένας από τους καλύτερους εν ζωή παγκοσμίως, το ξέρει. Και αυτό ακριβώς κάνει στο αριστουργηματικό ντοκιμαντέρ του, «Orwell: 2+2=5» (ΗΠΑ/ Γαλλία, 2025) · μας προσφέρει «στο πιάτο» τον Οργουελ και μας δίνει την ευκαιρία, τη μοναδική ευκαιρία, να τον ακούσουμε να εκφράζει τις δικές του σκέψεις, τη δική του φιλοσοφία, μέσα από τη βαθιά και ψύχραιμη φωνή του ηθοποιού Ντέμιαν Λούις. Και πόσα, αλήθεια, μαθαίνουμε.
Για παράδειγμα το «2+2=5» στον τίτλο παραπέμπει στον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις μπορούν με άνεση να παρακάμψουν ακόμα και την προφανή λογική, επιβάλλοντας τη λάθος απάντηση προκειμένου να επιβάλουν τον εφησυχασμό των πολιτών. Εκεί ακριβώς βρίσκονται τα θεμέλια του «1984» και του Μεγάλου Αδελφού που απέκτησε πολλά πρόσωπα – ο Αδόλφος Χίτλερ, ο Ιωσήφ Στάλιν, ο Αουγκούστο Πινοτσέτ, ο Μάρκος, ο Τζορτζ Μπους Τζούνιορ, ο Βλαντίμιρ Πούτιν, ο Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Πεκ αδιαφορεί πλήρως για τους «κανόνες» της ακαδημαϊκής προσέγγισης μιας προσωπικότητας, τόσο που έχεις την αίσθηση ότι παρακολουθείς fiction παρότι στιγμιότυπα της επικαιρότητας διανθίζουν την ταινία.
Σκηνές από ταινίες που βασίστηκαν σε μυθιστορήματα του Οργουελ – το «1984» (1984) του Μάικλ Ράντφορντ, όπως και το παλαιότερο «1984» (1953) του Μάικλ Αντερσον – συνδέονται αρμονικά με φωτογραφίες διαφόρων περιόδων του Οργουελ, από την εποχή της νιότης του όταν ήταν ένας «σνομπ επαναστάτης», μέχρι τα χρόνια στο Μπαλί όπου δούλεψε επί πέντε ολόκληρα χρόνια ως αστυνομικός κτυπώντας αλύπητα, από την πλευρά του εξουσιαστή, αθώο κοσμάκη· περίοδος για την οποία δεν έπαψε ποτέ να έχει εφιάλτες και ενοχές. Και ύστερα το BBC, η περίοδος της «αχρηστείας», της αργομισθίας, την οποία ο Οργουελ αποχαιρέτησε όταν «έπαψα να νιώθω χρήσιμος».
Η γροθιά του Οργουελ μέσα από το γάντι του Πεκ είναι εξαιρετικά δυνατή και αυτό το ντοκιμαντέρ, που θα πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, ένα πραγματικό κομψοτέχνημα.
Η κομμουνιστική Ουγγαρία
«Είμαι Χιρς!» φωνάζει και ξαναφωνάζει αναφερόμενος στο επίθετο του πατέρα του, ατίθασος και μπερδεμένος, ανήσυχος και διαρκώς προβληματισμένος ο μικρός Αντορ, το κεντρικό πρόσωπο της τελευταίας ταινίας του Λάζλο Νέμες «Χωρίς πατέρα» (Arva, διεθνής συμπαραγωγή με βάση την Ουγγαρία, 2025). Στο βλέμμα του αγοριού διακρίνεις την αγωνία, την απορία αλλά και μια υπόγεια δύναμη, μια τρομερή αποφασιστικότητα – έμφυτη θαρρείς στον ίδιο τον ηθοποιό, τον αποκαλυπτικό Μποϊτοργιάν Μπαράμπας που υποδύεται τον Αντορ.
Ο Αντορ μεγαλώνει στην τσακισμένη Ουγγαρία μετά την αποτυχημένη επανάσταση κατά του Κομμουνισμού, το 1956 στη Βουδαπέστη. Ο πατέρας του έχει προφανώς πεθάνει, όμως ο μικρός τον αναζητά παντού, όσο και αν η αξιοθρήνητη μάνα του (Αντρέα Βάσκοβιτς), υποταγμένη πλήρως στο καθεστώς, παραιτημένη πλήρως από τη ζωή, επιμένει να του παρουσιάζει κάποιον άλλον ως πατέρα του. Αυτός ο άλλος είναι ένας άξεστος χασάπης (Γκρεγκορί Γκαντεμπουά), ένα ανθρώπινο κτήνος που εκφράζεται μόνο με τη βία, μπορεί να γκρεμίσει ένα ολόκληρο σπίτι με τις γροθιές του. Ομως ο Νέμες δεν ενδιαφέρεται για την αφήγηση ενός σχηματικού οικογενειακού δράματος, το οποίο μάλιστα έχει τις ρίζες του στη δική του ιστορία, στην δική του οικογένεια (ο Αντορ είναι εμπνευσμένος από τον πατέρα του σκηνοθέτη).
Με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο και μια κινηματογραφική ματιά που δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις, θα βρει τον τρόπο για να ξεφύγει από το πρώτο επίπεδο της μάχης ανάμεσα στο καλό και στο κακό για να συνθέσει μια περίπλοκη ανθρώπινη συνθήκη λεπτών αποχρώσεων και τεράστιας συναισθηματικής δύναμης.
Μπορεί το «Χωρίς πατέρα» να μην έχει το βάρος της πρώτης ταινίας του Νέμες, του αριστουργήματος «Ο γιος του Σαούλ», είναι όμως μια εξίσου σημαντική ταινία που με ψυχραιμία κοιτάζει το παρελθόν, σαν να θέλει κατά βάθος να το ξορκίσει.
Ζωή με σύνδρομο Τουρέτ
Το σύνδρομο Τουρέτ είναι μια ασθένεια που ωθεί τους πάσχοντες να βρίζουν ανεξέλεγχτα και παρά τη θέλησή τους. Δεν φταίνε οι ίδιοι, βέβαια, και κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να το καταλάβει. Ομως απ’ ό,τι φαίνεται δεν υπάρχει και τόση λογική στον κόσμο και αυτό ακριβώς θέλει να θίξει η ταινία του Κερκ Τζόουνς «Δυστυχώς βρίζω» (I swear, Αγγλία, 2025), που ακούστηκε για πρώτη φορά εκτός Αγγλίας μετά τη βράβευσή της στα φετινά BAFTA στην κατηγορία της καλύτερης βρετανικής ταινίας του 2025 αλλά και σε εκείνη της καλύτερης ανδρικής ερμηνείας σε πρώτο ρόλο – Ρόμπερτ Αραμάγιο.
Στην ταινία, ο τελευταίος υποδύεται τον Τζον Ντέιβινσον (πρόσωπο υπαρκτό), έναν Σκωτσέζο που πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ αλλά που σε όλη του τη ζωή ταλαιπωρήθηκε περισσότερο από το σύνδρομο άγνοιας και ασχετοσύνης από το οποίο πολύς κόσμος πάσχει. Και άγνοια, εν προκειμένω, μπορεί να σημάνει επιθετικότητα με βίαιες συμπεριφορές ακόμα και από όργανα που υποτίθεται ότι… προστατεύουν τον πολίτη, δηλαδή την αστυνομία ή τους εκπαιδευτικούς. Το πώς ένας άνθρωπος σε τέτοια κατάσταση μπορεί να ξεπεράσει (κάπως, όχι εντελώς) τέτοιου είδους προβλήματα είναι το κυρίαρχο ερώτημα της ταινίας του Κερκ Τζόουνς που καταφέρνει να συνδέσει την «εκπαίδευση» με την ψυχαγωγία προσφέροντας μια ουσιαστική «ταινία μηνύματος», στην οποία σημαντικούς ρόλους κρατούν και οι Σίρλεϊ Χέντερσον (η μητέρα του Ντέιβιντσον) και οι Μαξίν Πικ, Πίτερ Μάλεν (οι άνθρωποι που έδειξαν κατανόηση απέναντι στο πρόβλημα του Τζον).
Αρχιτεκτονικά βάσανα
Δύο χρόνια μετά το οσκαρικό «The brutalist» του Μπρέιντι Κορμπέ, ένας ακόμα αρχιτέκτονας απασχολεί τον κινηματογράφο, επίσης αληθινό πρόσωπο και επίσης ταλαιπωρημένο. Πρόκειται για τον Δανό Γιόχαν Οτο φον Σπρέκελσεν, κεντρικό πρόσωπο στον «Αγνωστο της Μεγάλης Αψίδας» (L’ Inconnu de la Grande Arche, Γαλλία/ Δανία, 2025) του Στεφάν Ντεμουστιέ, ο οποίος αφηγείται την ιστορία της δημιουργίας της Μεγάλης Αψίδας της Ντεφάνς στην ίδια γραμμή με το Λούβρο και την Αψίδα του Θριάμβου.
Η απόφαση για την οικοδόμηση αυτού του κτιρίου πάρθηκε το 1983 από τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας Φρανσουά Μιτεράν και ο Γιόχαν Οτο φον Σπρέκελσεν κέρδισε τον διαγωνισμό, παρότι ήταν το απόλυτο αουτσάιντερ. Ομως σύμφωνα με την ταινία του Ντεμουστιέ, το γεγονός ότι κέρδισε δεν σήμανε και πολλά στην πράξη,. Ο Φον Σπρέκελσεν (τον οποίο υποδύεται λιτά ο Κλας Μπανκ – ο πρωταγωνιστής του «Τετραγώνου» του Ρούμπεν Οστλουντ) θα γινόταν και αυτός ένα γρανάζι του συστήματος που λειτουργεί με τους δικούς του κώδικες, αδιαφορώντας για την ομορφιά της υλοποίησης ενός φιλόδοξου οράματος.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η αξία της ταινίας, πολύ περισσότερο δηλαδή από τις διάφορες λεπτομέρειες γύρω από την κατασκευή αυτή καθαυτή (κάτι που από μόνο του θα ήταν βαρετό). Επί της ουσίας, αυτή η ταινία μας θυμίζει πόσο εύκολα το πολιτισμικό όραμα μιας τεράστιας πολιτικής προσωπικότητας όπως ο Φρανσουά Μιτεράν (έξυπνη η επιλογή του ηθοποιού Μισέλ Φο που δεν μοιάζει πολύ με τον Μιτεράν αλλά έχει κάτι από τον «αέρα» του), μπορεί να έρθει σε μοιραία σύγκρουση με τους ρεαλιστικούς περιορισμούς και τον πολιτικό πραγματισμό.
Τρεις γενιές Παλαιστινίων
Η αμερικανοπαλαιστίνια σκηνοθέτρια Τσεριέν Ντάμπις είναι γνωστή κυρίως στον χώρο της αμερικανικής τηλεόρασης με σειρές όπως η επιτυχημένη «Only murders in the building». Εδώ, στη δεύτερη κινηματογραφική ταινία της, «Στη σκιά της πορτοκαλιάς» (Allly baqi mink, διεθνής συμπαραγωγή με βάση την Παλαιστίνη, 2025), όπου επίσης πρωταγωνιστεί στον ρόλο μιας μαχητικής μάνας, αποπειράθηκε μια αναδρομή στην ταλαιπωρημένη ιστορία της Παλαιστίνης, με άξονα τις τρεις γενιές μιας οικογένειας, σε τρεις διαφορετικές περιόδους.
Καλύπτοντας ένα φάσμα αρκετών δεκαετιών, η Ντάμπις με «τούβλα» τη μία τραγωδία μετά την άλλη, «κτίζει» μια ταινία που από την αρχή ως το τέλος μοιάζει με κραυγή απελπισίας ανθρώπων που χωρίς να έχουν πειράξει κανέναν, ζουν τα πάνδεινα. Δεν χωρά καμία αμφιβολία ότι μόνο αλήθεια βρίσκεται σε όλα τα ζητήματα που η ταινία θίγει – είτε αυτό είναι της ιδιοκτησίας (με την οικογένεια να χάνει την περιουσία της γιατί «τα χαρτιά ιδιοκτησίας δεν σημαίνουν τίποτα» όπως της λένε οι Ισραηλινοί) είτε της απόλυτης ταπείνωσης με την πιο έντονη σκηνή της ταινίας όπου μια ομάδα οπλοφόρων νεαρών Ισραηλινών εξευτελίζουν έναν Παλαιστίνιο μπροστά στα μάτια του παιδιού του. Παρ’ όλ’ αυτά (ή εξαιτίας αυτών) ο έντονος αντιεβραϊσμός αυτής της ταινίας (στην οποία διευθυντές παραγωγής είναι ο Μαρκ Ράφαλο και ο Χαβιέρ Μπαρδέμ) της δίνει τη μορφή στρατευμένης δημιουργίας και αυτό μπορεί να γίνει ενοχλητικό.
Χαμένοι στο σενάριο
Παρακολουθώντας την «Απειρη γη» (Ελλάδα, 2025), τελευταία ταινία του Βασίλη Μαζωμένου, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό που έχεις μπροστά σου κάτι προσπαθεί να πει για την οδύνη της απώλειας, για την τραγωδία του άδικου θανάτου, για τη μνήμη και τον ξεριζωμό, σε συνάρτηση με την ομορφιά της άγριας φύσης της Ηπείρου όπου η ταινία είναι γυρισμένη (και ομολογουμένως έχει κινηματογραφηθεί θαυμάσια από τον διευθυντή φωτογραφίας Στέλιο Πίσσα).
Ομως το σενάριο (του Μαζωμένου) μοιάζει χαμένο στην απεραντοσύνη της χαώδους φαντασίας, οι χρόνοι αλλάζουν με μια εκνευριστική αυθαιρεσία και τα δρώμενα προκαλούν σύγχυση – σε τέτοιο μάλιστα σημείο που θα προτιμούσες να είχες διαβάσει από πριν μια σύνοψη της ταινίας για να πάρεις μια ιδέα από το τι περίπου συμβαίνει στην οθόνη. Ο Μαζωμένος θέλησε να φτιάξει ένα παζλ εννοιών αντί να αφηγηθεί στρωτά την ιστορία του – η οποία υπάρχει, το βλέπεις.
Και είναι κρίμα που η σκέψη του θεατή αναλώνεται σε άπειρους και εν τέλει κουραστικούς συνδυασμούς προκειμένου να λύσει μια κινηματογραφική εξίσωση η οποία αν είχε ειπωθεί λιγότερο σύνθετα θα βοηθούσε ώστε η ταινία να παρακολουθηθεί καλύτερα. Γιατί ανήκει στις ενδιαφέρουσες δημιουργίες του σκηνοθέτη του animation «Χρήμα, η μυθολογία του σκότους» (1998) που παραμένει ό,τι καλύτερο έχει μέχρι στιγμής γυρίσει ο Βασίλης Μαζωμένος.
«Φτηνό» αίμα και animation
«Είσαι έτοιμος; 2» (Ready or not 2: Here I come, HΠΑ, 2026) των Ματ Μπετινέλι-Ολπιν και Τάιλερ Ζιλέτ. Οχι, δεν ήμουν καθόλου έτοιμος για μια δεύτερη ταινία «Είσαι έτοιμος;» αλλά δεν μου προκαλεί και έκπληξη που τη βλέπω, αφού το φτηνό αίμα πουλάει.
Ξεκινώντας ακριβώς από εκεί που η πρώτη ταινία σταμάτησε, με τη Νύφη (Σαμάρα Γουίβινγκ) να έχει εξολοθρεύσει όλους τους θεόμουρλους που ήθελαν να τη σκοτώσουν, η «συνέχεια» παρουσιάζει το ίδιο ακριβώς πράγμα με νέους θεόμουρλους, αλλά και με την προσθήκη της αδελφής (Κάθριν Νιούτον) της κεντρικής ηρωίδας. Το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο σε αυτό το εντελώς ανόητο κωμικό θρίλερ (και το βρίσκω τραγικό που κόσμος γελά με αυτές τις μπούρδες) είναι ότι τα πάντα γίνονται για την απόλυτη εξουσία του πλανήτη και βλέπουμε καθαρά αυτόν που βρίσκεται στη θέση και έχει τη μορφή του καναδού σκηνοθέτη Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Κρίμα που τον βλέπουμε για πολύ λίγο.
Σπατάλη εικόνων
«Θα σε σκοτώσουν» (They will kill you, Νότια Αφρική / ΗΠΑ, 2026) του Κίρλι Σοκόλοφ. Περιέργως αυτή η ταινία, από την οποία το μόνο πράγμα που κινδυνεύει να σκοτωθεί είναι η νοημοσύνη του θεατή, μοιάζει αρκετά με την «Είσαι έτοιμος; 2».
Και εδώ κάτι περίεργοι τύποι προσπαθούν να σκοτώσουν μια κοπέλα – και την αδελφή της. Φοβερή φαντασία, ε; Μία ακόμα ασύστολη σπατάλη εικόνων βουτηγμένων στο αίμα και το κακό χιούμορ, μια εντελώς ανόητη αντιγραφή του «στυλ Ταραντίνο», χωρίς την ευφυΐα και την κινηματογραφική ματιά του και χωρίς περιεχόμενο. Φόνοι, φόνοι και πάλι φόνοι για το τίποτα. Παίζουν – τρόπος του λέγειν – οι Ζάζι Μπιτς, Μαϊχάλα, Τομ Φέλτον, Πατρίτσια Αρκέτ και Χέδερ Γκρέιαμ.
Δίκη λυκανθρώπου
«Dog of God» (Λετονία / ΗΠΑ, 2025) των Λάουρις και Ράιτις Αμπέλ. Animation εποχής για ενηλίκους εμπνευσμένo από την αληθινή δίκη ενός λυκανθρώπου το 1692. Είναι γυρισμένο σε rotoscope animation, τεχνική όπου οι δημιουργοί σχεδιάζουν πάνω σε πραγματικό βίντεο, γυρισμένο με αληθινούς ανθρώπους, καρέ-καρέ, για να δημιουργήσουν πιο ρεαλιστική κίνηση. Εκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Σάντανς και αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Λετονίας για τα Οσκαρ.
Δαβίδ πριν τον Γολιάθ
«Δαβίδ: Το αγόρι που έγινε θρύλος» (David, Νότια Αφρική / ΗΠΑ, 2025) των Φιλ Κάνινγκχαμ, Μπρεντ Νταζ. Αnimation για όλη την οικογένεια, του οποίου η ιστορία είναι εμπνευσμένη από του Δαβίδ, που εδώ βλέπουμε σε παιδική ηλικία πριν γίνει ο θρύλος που γνωρίζουμε. Ακούγονται οι φωνές των Φάνου Θεοφάνους, Ανδρέα Τσέλεπου, Γιάννη Καραούλη, Βαρνάβα Κυριαζή κ.ά.






