Σε μια περίοδο όπου οι κοινωνικές κατακτήσεις, με την έννοια της κατοχύρωσης δικαιωμάτων στον κοινωνικό πλούτο, τα δημόσια αγαθά και την εργασιακή ασφάλεια, είναι σε υποχώρηση, θεωρούμενες είτε ιστορικές ανορθογραφίες, είτε προσκόμματα στην οικονομική ανάπτυξη, ο μόνος ίσως χώρος όπου δίνεται η εντύπωση ότι κοινωνικά αιτήματα – ως ένα βαθμό τουλάχιστον – ικανοποιούνται, είναι αυτός της ποινικής δικαιοσύνης.
Υστερα από μακρόχρονες διεκδικήσεις και αγώνες, επιτέλους επικίνδυνες, επιβλαβείς και κακοποιητικές πρακτικές αντιμετωπίζονται με μια αυστηρότητα αντίστοιχη της βαρύτητάς τους. Από την περιβαλλοντική καταστροφή και όλες τις περιπτώσεις σοβαρής αμέλειας ή άρνησης λήψης προστατευτικών μέτρων, έως την έμφυλη βία και τη σεξουαλική κακοποίηση σε όλες τις παραλλαγές της, με συμβολική συμπύκνωση την αναγνώριση ότι το σεξ χωρίς συναίνεση είναι βιασμός, πρακτικές που κάποτε θεωρούνταν ανεκτές πλέον αντιμετωπίζονται ως αυτό που όντως είναι, δηλαδή εγκλήματα.
Ομως, αυτή η τάση – φαινομενικά τουλάχιστον – έρχεται σε σύγκρουση με το ότι για μια μεγάλη περίοδο τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα, συμπεριλαμβανομένου του φεμινιστικού, πρωτίστως υποστήριξαν ότι τα κοινωνικά προβλήματα δεν αφορούσαν μεμονωμένες παραβατικές πράξεις που μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ποινικό κολασμό, αλλά κοινωνικές δομές που απαιτούσαν κοινωνικό μετασχηματισμό.
Αυτό συνδυάστηκε με την κριτική του ποινικού και σωφρονιστικού μηχανισμού και του πώς συγκάλυπτε τα υποκείμενα κοινωνικά προβλήματα και τα γενεσιουργά αίτιά τους. Τώρα φαίνεται ως εάν τα κοινωνικά κινήματα να επιστρέφουν στο αντίθετο σημείο και να επενδύουν πρωτίστως στην αυστηρότερη τιμωρία όσων θεωρούνται ότι ευθύνονται για κοινωνικά επιβλαβείς συμπεριφορές.
Η Ελσα Ντεκ Μαρσό
Αυτή η μετατόπιση αποτελεί το αντικείμενο του βιβλίου της Ελσα Ντεκ Μαρσό, «La violence en spectacle. Féminisme, État punitive et div de la victim» (Η βία σε θέαμα. Φεμινισμός, τιμωρητικό κράτος και μορφή του θύματος) που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα στη Γαλλία από τις εκδόσεις La fabrique. Συνιδρύτρια της κουίρ και φεμινιστικής συλλογικότητας Fracas που ασχολείται με τη στρατευμένη αλληλοβοήθεια για την αντιμετώπιση των συγκρούσεων και της βίας σε ενδοκοινοτικό περιβάλλον, η Μαρσό ακολουθεί τις αναλύεις της Aya Gruber σημειώνοντας ότι ενώ ο ριζοσπαστικός φεμινισμός της δεκαετίας του 1960 ήταν σε μεγάλο βαθμό αντικρατικός και με έμφαση στην ανάγκη μετασχητιματισμού των κοινωνικών δομών, ήδη από τη δεκαετία του 1970 καταγράφεται ένας φεμινισμός των απαγορεύσεων – π.χ. της πορνογραφίας –, αλλά και ένας δικαϊκός φεμινισμός, ο οποίος όντως σε ορισμένες περιπτώσεις, με την επιμονή στο να υπάρξουν καταδίκες θυτών, ήταν ο μόνος που στάθηκε στο πλευρό των θυμάτων, που έβλεπαν το ποινικό σύστημα να αδιαφορεί για το τραύμα τους. Αυτό φαινόταν να αντιφάσκει με την παράλληλη κριτική στην επέκταση του σωφρονιστικού μηχανισμού, μέσα από αιτήματα κατάργησης (abolition).
Για τη Μαρσό αυτή η αντίφαση ανάμεσα σε έναν φεμινισμό που επικεντρώνει στην ανατροπή της πατριαρχίας ως κοινωνικής δομής και που θεωρεί τέτοιους αγώνες ως ικανούς να συναρθρωθούν με ευρύτερες αντικαπιταλιστικές διεκδικήσεις και έναν φεμινισμό που επικεντρώνει στην τιμωρία των θυτών στο όνομα των θυμάτων, γίνεται ακόμη πιο έντονη μέσα στο τρέχον κλίμα ενός «ποινικού λαϊκισμού», που έχει οδηγήσει σε μια εκτίναξη του αριθμού των ανθρώπων που είναι υπόδικοι, στην αύξηση των προϋπολογισμών για τις αστυνομικές δυνάμεις και στη συνολικότερη μετάλλαξη του κράτους όπου το αίτημα της ασφάλειας κυριαρχεί οδηγώντας όχι μόνο στην ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών αλλά και στην αναβάθμιση της πολεμικής βιομηχανίας και τις μορφές κρατικού αυταρχισμού.
Η έμφαση στη θυματοποίηση
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση παίζει η επικέντρωση στη φιγούρα του θύματος. Η Μαρσό αναγνωρίζει τη σημασία που είχε η ανάδειξη της εμπειρίας των θυμάτων απέναντι στην αποσιώπηση του τραύματός τους, ξεκινώντας από την καθοριστική σημασία που είχαν τα έργα που μίλησαν από την πλευρά των θυμάτων για το Ολοκαύτωμα. Επιπλέον, αναγνωρίζει πόσο σημαντική για το ξεδίπλωμα μαζικών κινητοποιήσεων είναι η μαρτυρία των θυμάτων. Ωστόσο, επιμένει ότι η έμφαση στη θυματοποίηση έχει και προβληματικές πλευρές, πρωτίστως τον κίνδυνο τα κοινωνικά προβλήματα να αντιμετωπίζονται ως εξατομικευμένες τραυματικές εμπειρίες, καθώς εκεί τα τραύματα αντιμετωπίζονταν ως συμπτώματα κοινωνικών προβλημάτων προς επίλυση, καταλήγουν ατομικές εμπειρίες προς επανόρθωση και αποζημίωση.
Για τη Μαρσό ένας φεμινισμός που επικεντρώνει σε ένα απλουστευτικό σχήμα όπου υπάρχουν απλώς θύματα και θύτες, δεν μπορεί να εντοπίσει ποιοι είναι οι θύτες πέραν των άμεσων αυτουργών και τείνει να ταυτίζει το θύμα με μια μειωμένη ικανότητα δράσης και αντίστασης. Επιπλέον, ένας τέτοιος φεμινισμός ενίοτε αντιμετωπίζει ως θύματα υποκείμενα που δεν διεκδικούν αυτή την ταυτότητα, όπως στην περίπτωση των σεξεργατριών και των κινημάτων τους που αντιστρατεύονται π.χ. τις προσπάθειες ποινικοποίησης της σεξεργασίας. Ετσι η Μαρσό θεωρεί ότι υπήρξαν αντιφατικές πλευρές στο κίνημα #MeToo, καθώς αναγνωρίζει ότι πλάι στο σημαντικό όφελος από τη δημοσιότητα όλων αυτών των μαρτυριών ως ανάδειξη ενός αποσιωπημένου προβλήματος, υπήρξε και η παράλληλη τάση αποπολιτικοποίησης του ζητήματος της έμφυλης βίας.
Ο πυρήνας του προβλήματος που θέλει να υπογραμμίσει η Μαρσό είναι η μεταφορά του βάρος για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας στη νομοθεσία και το ποινικό σύστημα και μάλιστα σε μια ιδιαίτερη εκδοχή κατασταλτικού σωφρονισμού που ταυτίζει την αποτελεσματική αντιμετώπιση ενός κοινωνικού προβλήματος με την αυστηρότητα των επιβαλλόμενων ποινών. Στα μάτια της αυτό ενέχει τελικά τον κίνδυνο να νομιμοποιήσει την αυταρχική «ασφαλειακή» στροφή των νεοφιλελεύθερων κρατών και την εντεινόμενη αυταρχική και κατασταλτική θωράκισή τους.
- Γονίδια golden retriever συνδέονται με άγχος, επιθετικότητα και νοημοσύνη στους ανθρώπους
- Βομβαρδίστηκε το data center της κρατικής τράπεζας Sepah του Ιράν – Στόχος να μην πληρωθούν στρατός και Φρουροί της Επανάστασης
- Μέση Ανατολή: Ζωτικής σημασίας η ενεργειακή συνεργασία ΕΕ-Αζερμπαϊτζάν, λέει ο Αντόνιο Κόστα






