Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες αναγνωσιμότητας που αφορούν τη γενικότερη τάση και στην αμερικανική αγορά του βιβλίου, το κοινό μειώνει τον χρόνο που αφιερώνει στην ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων. Και μια δημοφιλής θεωρία γύρω από τη φιλαναγνωσία που διαδίδεται στο Διαδίκτυο αναφέρει ότι η ανάγνωση έχει πεθάνει και μαζί της χάνεται και ο πολιτισμός. Στην καθημερινότητά μας η άνοδος των υπερεθιστικών ψηφιακών τεχνολογιών αποδυνάμωσε την ικανότητα συγκέντρωσης, χάρη στην οποία η ανάγνωση ενός κειμένου έφερνε απόλαυση. Σήμερα τα βιβλία εξαφανίζονται από τις προτιμήσεις μας ανάμεσα στις σύγχρονες μορφές πολιτισμού, ενώ η συνθετική ικανότητα και η ορθολογική σκέψη συρρικνώνονται. Οδεύουμε προς μια «μετα-εγγράμματη» κοινωνία, όπου ο μύθος, η διαίσθηση και το συναίσθημα αντικαθιστούν τη λογική, τα αποδεικτικά στοιχεία και την επιστήμη, συμπεραίνουν οι έρευνες για την πτώση των εγγράμματων πληθυσμών νεότερης ηλικίας.
Τα «Πρόσωπα» απευθύνουν το σχετικό ερώτημα στη συγγραφέα Αμάντα Μιχαλοπούλου και τις ποιήτριες Δανάη Σιώζιου, Μυρσίνη Γκανά και Κατερίνα Ηλιοπούλου: «Θεωρείτε ότι τα γραπτά κείμενα και τα βιβλία θα αντέξουν τη μάχη τους με την ψηφιακή εθιστική πραγματικότητα που τρώει χρόνο από τους χρήστες; Μήπως η μορφή του μικροκειμένου είναι πιο ανθεκτική και ευπρόσδεκτη;».
Αμάντα Μιχαλοπούλου: Οι νέες ανάγκες γεννούν νέες αφηγήσεις
συγγραφέας
Το σώμα μας, ακόμη και σε αυτό το ψηφιακό σύμπαν, στέλνει αναλογικά μηνύματα στον εγκέφαλο, λέει πότε κρυώνει και πότε φοβάται. Εχει μια προαιώνια – και γι’ αυτό ακαριαία – σύνδεση με το περιβάλλον. Μια σύνδεση που την αντιλαμβανόμαστε σε τυχαίες στιγμές και δεν της δίνουμε την ανάλογη σημασία. Ας πούμε, όταν κοιτάζουμε τον ήλιο να δύει αργά, διστακτικά. Ή όταν περπατάμε, ξημερώματα, πλάι σε πεύκα που τα φυσάει ο άνεμος.
Υπάρχει κάτι αταβιστικό στον τρόπο που συνδεόμαστε με τη φύση. Το θυμηθήκαμε ξανά όταν περπατούσαμε μανιωδώς, ενάντια στον περιορισμό, στη διάρκεια της πανδημίας.
Εξίσου προαιώνια είναι η ανάγκη αφήγησης ιστοριών. Από τότε που κάθισαν γύρω από μια φωτιά, οι άνθρωποι είχαν την ικανότητα – και την ανάγκη – να συνδέονται μέσα από ιστορίες. Ακόμη κι όταν παρακολουθούμε ένα δελτίο ειδήσεων αυτή την προαιώνια αφήγηση αναζητούμε. Τι συμβαίνει στους άλλους ανθρώπους; Τι συμβαίνει στον κόσμο; Θέλουμε να καταλάβουμε το νόημα, κι ας υποκρινόμαστε, ας αμυνόμαστε κοιτώντας διαρκώς τα κινητά μας. Χάνουμε έτσι πολλές ανθρώπινες ιδιότητες, πράγματι, αλλά ακόμη κι όταν παίζουμε τουβλάκια στην οθόνη προσπαθούμε να βάλουμε τον κόσμο σε τάξη.
Αυτό κάνουν και οι συγγραφείς με πολύπλοκους ψυχοφθόρους τρόπους: προσπαθούν να φέρουν τάξη στο ανυπότακτο σύμπαν του μυαλού και της καρδιάς. Η λογοτεχνία αλλάζει. Αναζητεί νέους τρόπους να συνομιλήσει με το κοινό της. Αυτό δεν είναι κακό: οι νέες ανάγκες γεννούν νέες αφηγήσεις. Δεν γράφουμε σήμερα όπως ο Ντοστογέφσκι που περιέγραφε λεπτό προς λεπτό τον τρόπο που ένα άλογο σηκώνεται στα πίσω πόδια του. Κι όταν θαυμάζουμε τον «μικρό ιππέα του Αρτεμισίου» στο αρχαιολογικό μουσείο, ξέρουμε πως ο ρεαλισμός της ελληνιστικής περιόδου ανταποκρίνεται σε μια άλλη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας και της τέχνης, όπου το πιο σημαντικό γνώρισμα ήταν η αντιγραφή της πραγματικότητας, η δημιουργία της αίσθησης ότι το άλογο μπορεί να ζωντανέψει. Σήμερα η τέχνη έχει δαμάσει τον ρεαλισμό. Αναζητεί κάτι άλλο.
Γράφουμε σαν παιδιά της εποχής μας: ανοίγοντας ιστορίες μέσα σε ιστορίες σαν να ανοίγουμε ένα καινούργιο αρχείο. Οπως έχουμε πολλά ανοιχτά παράθυρα στον υπολογιστή, έτσι έχουμε και πιο πολύπλοκες, πιο σπασμένες αφηγήσεις. Ο κόσμος αλλάζει, αλλάζει και η λογοτεχνία του. Θα παραμένουμε όμως παιδιά των μύθων και της διαίσθησης. Η τεχνολογία είναι άλλος ένας μίτος της σύγχρονης Αριάδνης. Ενα ακόμη τέχνασμα. Αλλάζει μόνο ο τρόπος: η αφήγηση ιστοριών δεν θα σταματήσει ποτέ.
Δανάη Σιώζιου: Το παιχνίδι παίζεται ακόμα
ποιήτρια
Θυμάστε το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε και σας έκανε να συγκινηθείτε; Ή την πρώτη ιστορία ή το πρώτο ποίημα που έκανε την καρδιά και τον νου σας να συγκινηθούν και να σκεφτούν, ίσως να σας αποκάλυψε μια διαφορετική πραγματικότητα ή να άλλαξε τον τρόπο που σκέφτεστε και επεξεργάζεστε το συναίσθημά σας ή ακόμα και τον τρόπο που συνδέεστε με τους ανθρώπους, τον κόσμο και τα πράγματα; Μπορεί ο αναγνώστης σήμερα να ακούσει αυτό που έχει να του πει η λογοτεχνία και, αν ναι, μπορεί να απαντήσει; Με άλλα λόγια, πόσο εφικτή είναι σήμερα μια σχέση συνήχησης μεταξύ αναγνώστη και λογοτεχνίας; Και ποιες είναι οι προϋποθέσεις συντέλεσής της;
Στην εποχή μας η ανάγνωση έγινε πιο εύκολη από ποτέ: μπορεί κανείς να παραγγείλει το βιβλίο που επιθυμεί μέσω του Διαδικτύου και την άλλη μέρα να είναι στο κατώφλι του σπιτιού του. Μπορεί επίσης να βρει πάρα πολλά βιβλία διαθέσιμα στο Διαδίκτυο και να τα διαβάσει στην οθόνη του κινητού του, του τάμπλετ ή του υπολογιστή. Ή να ακούσει ένα βιβλίο ενώ οδηγεί. Κι ενώ θα περίμενε κανείς αυτή η διευκόλυνση που προσέφερε η τεχνολογία να οδηγήσει σε μια αναγνωστική «άνοιξη», εύκολα παρατηρεί κανείς ότι αυτό δεν συμβαίνει. Η ψηφιακή προσβασιμότητα βοήθησε αδιαμφισβήτητα στον εκδημοκρατισμό της γνώσης και της τέχνης, ωστόσο σύντομα έφτασε σε ένα όριο.
Στην εποχή της διαρκούς συνδεσιμότητας, ο ψηφιακός εθισμός μοιάζει να αποτελεί έναν από τους βασικούς εχθρούς της ανάγνωσης, άλλοτε ιερής διαδικασίας που προϋποθέτει χρόνο, μόρφωση, εργαλεία και εκπαίδευση σε αυτήν από μικρή ηλικία. Κάποτε η ενασχόληση με το βιβλίο, η επιθυμία για γραφή και ανάγνωση αποτελούσαν δείγμα ευγένειας και καλλιέργειας, αξιών και ιδεατών. Για τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα η μόρφωση ήταν επίσης ένα εργαλείο διαφυγής και ανέλιξης. Σήμερα πολύ συχνά υποτιμάται ως κάτι που δεν αποφέρει ούτε χρήματα ούτε δόξα σε σύγκριση με άλλες δραστηριότητες πιο συμβατές με την ψηφιακή προσβασιμότητα και τον έλεγχο του μέσου, ενώ όχι σπάνια δέχεται επίκριση ως ένα «ελιτίστικο» ενδιαφέρον ή ως μια ενασχόληση που δεν λύνει τα προβλήματα του ανθρώπου που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη φτώχεια, την καταστροφή του περιβάλλοντος και τον πόνο που πληθαίνει γύρω μας. Ακριβώς στις ζώνες ευημερίας της όψιμης νεωτερικότητας, εκεί όπου η οικονομική και ψηφιακή ευημερία έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα, οι πολίτες εμφανίζονται σήμερα εξίσου φοβισμένοι όσο και οργισμένοι, με το επίπεδο και την ποιότητα ζωής τους σε πτώση και τη δυσφορία τους απέναντι στην κοινωνία και στον κόσμο σε ολοένα αυξανόμενη ένταση.
Ωστόσο το παιχνίδι παίζεται ακόμα. Οι αναγνώστες είναι περισσότεροι από ποτέ, ακόμα κι αν δεν ακολουθούν τους ρυθμούς του TikTok. Κάθε τόσο κάτι πυροδοτεί εκ νέου την ανάγκη του ανθρώπου να γυρίσει σελίδα. Τα έντυπα βιβλία περιμένουν το βλέμμα που θα κινητοποιήσει ξανά και ξανά τον παλιό μηχανισμό συλλογικής μνήμης, φαντασίας και εξέλιξης, κομμάτι του οποίου αποτελεί και η λογοτεχνία. Το μόνο αντίδοτο στον ψηφιακό εθισμό και σε όλες τις καταστροφικές έξεις της εποχής μας είναι να ονειρευτούμε και να διεκδικήσουμε έναν πλανήτη χωρίς ανισότητες, με πολλές βιβλιοθήκες που θα επεκτείνονται σε κήπους και λαβυρίνθους και θα αντηχούν τις φωνές των ανθρώπων.






